Λογοτεχνία

Κ. Θεοτόκης: “Η Τιμή και το Χρήμα”

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

“Δέκα χρόνια μετά…”

Δέκα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Ρήνη αποφάσισε να ξενιτευτεί. Το μικρό της χωριό δεν μπορούσε να ανεχτεί μια ανύπαντρη νεαρή μητέρα, και γι’ αυτό είχε ξυπνήσει ένα πρωί το χάραμα, αποχαιρέτησε τον πατέρα της και τα αδέρφια της, που στην ηλικία που βρίσκονταν δεν καταλάβαιναν ακριβώς τις διαστάσεις της ιστορίας, και ρίχνοντας ένα πικρό βλέμμα στη μητέρα της, επιβιβάστηκε σ’ ένα καΐκι για την Αθήνα. Η πόλη δεν ήταν τόσο εχθρική ως προς τη Ρήνη όσο το χωριό τελικά, μιας και ήταν άγνωστη μεταξύ αγνώστων, αφού κανείς δεν γνώριζε τίποτα για την ατίμωσή της και ούτε φάνηκε να ενδιαφέρεται που ήταν ανύπαντρη. Επίσης το να βρει  εργασία ήταν πιο εύκολο, καθώς υπήρχαν πολλά μαγαζιά και βιοτεχνίες. Ήξερε ήδη να πλέκει και να κεντάει, οπότε έπιασε δουλειά σ’ ένα μικρό μαγαζί με λευκά είδη.

Μετά από λίγους μήνες ήρθε στον κόσμο ο γιος της και του Αντρέα, και έτσι άφησε τη δουλειά για λίγο. Στο μεταξύ όμως είχε γνωρίσει ένα νεαρό χήρο, το Λεωνίδα, όπου και τελικά παντρεύτηκε. Μαζί απέκτησαν άλλον ένα γιο και μια κόρη. Ο Λεωνίδας φέρθηκε στο γιο του Αντρέα σαν να ήταν δικός του και ήταν ένας καθώς πρέπει σύζυγος. Έτσι η Ρήνη αισθανόταν επιτέλους ευτυχισμένη, ζώντας ανέμελα και ομαλά τα επόμενα δέκα χρόνια από την φυγή της. Τα νέα της τα μοιραζόταν με τον πατέρα και τ’ αδέλφια της δι’ αλληλογραφίας, όχι όμως και με την μητέρα της, και το μεταξύ τους χάσμα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ. Με την φιλαργυρία της είχε υπονομεύσει την ευτυχία της κόρης της, όμως τώρα η Ρήνη αποφάσιζε για τον εαυτό της και είχε ξαναφτιάξει τη ζωή της με τις δυνάμεις της.

Αλλά το σκηνικό φαινόταν να διαταράσσεται πάλι. Τα νέα απ’ την οικογένειά της άρχισαν να γίνονται όλο και πιο ανησυχητικά σχετικά με την υγεία της μητέρας της, και το μοιραίο δεν άργησε. Έτσι, αφήνοντας το σύζυγο και τα παιδιά της πίσω, η Ρήνη επέστρεψε στο χωριό.

 

Η Τιμή της Αγάπης

Η κηδεία έγινε το επόμενο πρωί της άφιξάς της. Ήταν εκεί όλοι της οι συγχωριανοί, και δέχτηκε μερικά παράξενα βλέμματα από αυτούς που ήταν αρκετά περίεργοι, ώστε να ξέρουν την ιστορία της και να την κουτσομπολεύουν για όλο το διάστημα που έλειπε και να την θυμούνται ακόμα. Δεν την ενδιέφερε και πολύ όμως.

Στεκόταν στο πλάι του ιερέα, μαζί με τα αδέρφια και τον πατέρα της, με τους οποίους είχε με χαρά ξανασμίξει, και κοιτούσαν το φέρετρο όπως κατέβαινε αργά για να μπει στο χώμα. Αν και η κυρα- Επιστήμη έφταιξε που δεν παντρεύτηκε η Ρήνη με τον Αντρέα και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί, ήταν μάνα της. Αυτή η σκέψη την μαλάκωσε και αισθάνθηκε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, τα οποία κύλησαν μόλις σήκωσε τη ματιά της από τον τάφο και κοίταξε απέναντι. Εκεί στεκόταν ο Αντρέας. Είχε πραγματικά αλλάξει την ζωή της αυτός ο άνθρωπος. Η ζωή της είχε πάρει άσχημη τροπή ήδη από τις πρώτες εβδομάδες, εξαιτίας του χαρακτήρα του και της ανάγκης του για χρήματα. Παρ’ όλα αυτά η Ρήνη ένοιωθε γι’ αυτόν οίκτο για τον άνθρωπο που αγάπησε, αλλά προτίμησε τα λεφτά από την αγάπη της. Εκείνος φαινόταν να έχει αλλάξει πολύ. Έδειχνε τώρα αρκετά πιο γερασμένος, σαν να είχαν περάσει από πάνω του περισσότερα από δέκα χρόνια, ταλαιπωρημένος και φτωχός. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και την κοιτούσε διαπεραστικά, ελέγχοντάς την και παρατηρώντας τις αλλαγές που είχαν συμβεί και σε κείνη. Έδειχνε περιποιημένη, μια ευκατάστατη και καλοντυμένη κυρία από την πόλη. Σκεφτόταν πόσο καλό της έκανε που δεν έμεινε τελικά εκεί μαζί του, χωρίς να αφήνει το βλέμμα του από το δικό της. Η Ρήνη όμως το άφησε, και έφυγε από την κηδεία με γρήγορα βήματα, νιώθοντας άβολα και κυριευμένη από συναισθήματα. Ο Αντρέας έφυγε και αυτός και την ακολούθησε ως την παραλία, όπου και την πρόλαβε. Την τράβηξε απ’ τον ώμο αναγκάζοντάς την να τον αντιμετωπίσει, αντί να τρέξει μακριά.

– Άλλαξες, της είπε. Ακούω για σένα στο χωριό, ότι παντρεύτηκες και έφτιαξες την ζωή σου στην πόλη. Κ. Θεοτόκης Η τιμή και το χρήμα2

– Αλήθεια είναι… Χαίρομαι που έφυγα από δω. Όλοι είχαν τους παράλογους λόγους τους να θέλουν να ανακατεύονται στα πάντα. Τώρα αισθάνομαι ελεύθερη.

– Χαίρομαι για σένα, απάντησε χαμηλόφωνα ο Αντρέας και κατέβασε το βλέμμα του. Μετά από λίγο πρόσθεσε:

– Εγώ δεν θα είχα τόσο κουράγιο, ώστε να φύγω. Έμεινα εδώ και έβλεπα τη ζωή μου να καταρρέει μέρα με τη μέρα. Είμαι δυστυχισμένος, Ρήνη! Πρώτα δεν μπορούσα να ξεπληρώσω το σπίτι, μετά το καΐκι, δεν γινόταν πια το λαθρεμπόριο… Ψαρεύω για να ζήσω, ενώ ήμουν αριστοκράτης. Μετά έφυγες και συ…

– Αντρέα, πάντα ήθελες τα λεφτά μου, τον διέκοψε η Ρήνη δυναμικά. Λέρωσες την τιμή μου αλλά δεν έκανες καμία υποχώρηση στις απαιτήσεις σου.

– Έκανα λάθος.

– Είναι αργά πια.

– Ποτέ δεν είναι αργά. Ποτέ δεν σε ξέχασα και σκεφτόμουν τι ανόητος που ήμουν που σε άφησα να φύγεις. Ήξερα ότι μια μέρα θα γύριζες και θα ήμασταν όπως παλιά…

– Εγώ όμως δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο πόνο μου έφερες. Θέλω να ξεχάσω, Αντρέα…

– Δώσ’ μου μια ευκαιρία! Φώναξε, σε μια έκρηξη. Έχω αλλάξει, θα δεις…, η φωνή του ράγιζε. Μετά από μια παύση έντασης, η Ρήνη:

– Είμαι παντρεμένη, Αντρέα. Αλλά… τον κοίταζε και δάκρυσε. Θυμόταν πόσο πολύ τον είχε αγαπήσει και μέσα της άρχισε να φυτρώνει μια αμφιβολία. Μήπως να τα παρατούσε όλα; Όχι, όχι πάλι να φύγει από τα πάντα. Και τώρα γιατί; Για κείνον; Και αν στράβωνε πάλι, τι θα έκανε; Όχι, δεν μπορούσε…

Ο Αντρέας έβλεπε ότι μέσα της πάλευε. Δεν μπορούσε όμως να της υποσχεθεί ότι δεν θα την πλήγωνε ξανά. Ήταν στον χαρακτήρα του… Δεν έπρεπε να της είχε φυτέψει αμφιβολίες.

– Δεν μπορώ να το κάνω, είπε η Ρήνη. Δεν μπορώ να ρισκάρω πάλι.

– Καταλαβαίνω. Ούτε εγώ θα ερχόμουν στην θέση σου. Δεν ξέρω γιατί στο ζήτησα καν… Δεν είμαι αντάξιος σου.

Κοιτάχτηκαν έντονα για μια στιγμή και ο Αντρέας γύρισε να φύγει. Η Ρήνη πάλεψε να μην τον φωνάξει πίσω. Τον κοίταζε που απομακρυνόταν και σκεφτόταν, ήρεμη πια, ότι πήρε τη σωστή απόφαση. Τον λυπήθηκε όμως… Κι αν έλεγε ψέματα και ήθελε πάλι να την εκμεταλλευτεί; Ναι, είχε αποφασίσει σωστά. Σκούπισε ένα δάκρυ και γύρισε σπίτι, και προς μεγάλη της ευχαρίστηση κανείς δεν της ανέφερε τίποτα γι’ αυτόν.

 

Το επόμενο πρωί ολόκληρο το χωριό μιλούσε για το πνιγμό του Αντρέα με ψαρότρατα.

 

 

Δερβένη Μαρία, ΛΒ΄3

Ρήνη εσύ είσαι ; 

– Συγνώμη κύριε ποιος είστε;

– Μόνο δέκα χρόνια πέρασαν δεν με θυμάσαι;

– Όχι θα έπρεπε; 

– Ο Ανδρέας είμαι…ήρθα στην Αθήνα για να σε βρω, να γνωρίσω το παιδί μου και να ενώσουμε πάλι την οικογένεια μας. 

– Ποια οικογένεια ποιο παιδί; Τώρα μας θυμήθηκες ;  

–  Τόσο πολύ σε πλήγωσα τελικά; 

– Εγώ να εμπιστευτώ πάλι εσένα ποτέ ξανα! Με τσάκισες με ρήμαξες σαν να ήμουν ο χειρότερος εχθρός σου!!!

– Το ξέρω και λυπάμαι πολύ αλλά είμαι για να επανορθώσω….

– Είναι πολύ αργά πια τι νόμιζες θα σε περίμενα για μια ολόκληρη ζωή!

– Ναι, αλλά αυτό που υπήρχε ανάμεσα μας δεν πρόκειται να το ξαναβρείς !!!! 

– Μπορεί να μην το ξαναβρώ αλλά δεν πρόκειται να επιτρέψω σε κανέναν άλλο να μου φερθεί όπως μου φέρθηκες εσύ!

– Δεν ήθελα να σε πληγώσω είσαι τα πάντα για μένα… Μην αφήσεις ένα  λάθος να καταστρέψει αυτό που είχαμε..

– Είναι αργά πια Αντρέα … είμαι με ένα άνθρωπο που με κάνει χαρούμενη και που έχει προσφέρει στο παιδί μας όλα όσα δεν θα του έδινες ποτέ!!!

– Πώς μπορείς να είσαι τόσο σκληρή εγώ τα παράτησα όλα και ήρθα να σε βρω και εσύ με απορρίπτεις με κάθε σου κουβέντα 

– Δεν είμαι το παιχνιδάκι σου πια Αντρέα μεγάλωσα πια, έχω ένα παιδί να φροντίσω και έμαθα να τα καταφέρνω χωρίς εσένα για αυτό θα ήταν καλύτερα για σένα να γυρίσεις πάλι στο νησί και να μας αφήσεις να συνεχίσουμε ήρεμα τη ζωή μας όπως έχουμε συνηθήσει χωρίς εσένα 

 

 

 Δέσποινα Βλάχου, Σιμόν Συνανίδη, ΛΒ΄3

___________________________________________________________

Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»

Βγαίνει η Ρήνη από το σπίτι της και πάει προς την αγορά να αγοράσει τρόφιμα για το μεσημεριανό φαγητό. Στον δρόμο συναντάει έναν άνθρωπο κουρελιασμένο να κάθεται στο έδαφος και να παρακαλάει για λίγα χρήματα. Της φάνηκε πως τον γνώριζε από κάπου. Πάει πιο κοντά και βλέπει πως ο κακόμοιρος άντρας δεν ήταν άλλος από τον Αντρέα. Έτσι πάει να του μιλήσει :

– Αντρέα ;

– Συγγνώμη, της λέει ο Αντρέας , αλλά σε γνωρίζω από κάπου ;

– Η Ρήνη είμαι Αντρέα.

– Ρήνη; Δεν είναι δυνατόν, τι κάνεις , είσαι καλά;

– Είμαι καλά, έφτιαξα επιτέλους την ζωή μου. Παντρεύτηκα και έκανα τρία παιδιά. Τι σου συνέβη εσένα;Η Τιμή της Αγάπης1

– Μου κατασχέθηκε το σπίτι, παράτησα και την δουλειά και από τότε  ήρθα εδώ στην Αθήνα και ζητιανεύω για να ζήσω.

– Αλλά πες μου Ρήνη ο γιος μας  είναι ζωντανός ;

– Ναι και είναι ευτυχισμένος.

– Τι θα κάνεις τώρα Αντρέα; Έχεις να πας πουθενά;

–  Μένω σε ένα πανδοχείο ενός παλιού μου φίλου.

– Ωχ, συγγνώμη Αντρέα, αλλά πρέπει να φύγω, για να πάω να πάρω τρόφιμα να ετοιμάσω το μεσημεριανό.

– Εντάξει αλλά πότε θα μπορέσω να δω έστω και για μία φορά τον γιο μου ;

– Ίσως μια άλλη φορά Αντρέα. Και εξαφανίζεται στο πλήθος………

Κοτσιώνης Βασίλης, ΛΒ΄3

___________________________________________________________

Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»

Eίχαν περάσει κιόλας δέκα ολόκληρα χρόνια από τότε που η Ρήνη είχε δει για τελευταία φορά τον Ανδρέα. Η Ρήνη είχε μεγαλώσει πια και οι ρυτίδες στο πρόσωπο της ήταν πια εμφανείς. Στην Αθήνα είχε δημιουργήσει μια πιο όμορφη και καλή ζωή για εκείνη και για τον δεκάχρονο πια Δημητράκη, τον καρπό του έρωτά της με τον Ανδρέα, με τον οποίο  η ομοιότητα ήταν φοβερή. Η Ρήνη είχε περάσει από αμέτρητες δουλειές για να μεγαλώσει το παιδί της σαν πρίγκιπα, από καθαρίστρια σε σπίτια πλουσίων Αθηναϊκών οικογενειών μέχρι εργάτρια σε εργοστάσιο επεξεργασίας πατάτας. Όμως κατάφερε μετά από σκληρή δουλειά και υπομονή να γίνει γραμματέας ενός  μεγάλου επιχειρηματία της εποχής. Μα πώς; Ο ζήλος της και η εργατικότητά της τράβηξαν αμέσως την προσοχή του επιχειρηματίαέσωσ οχή του επιχειρηματία άμεσαμητρ, ο οποίος  φρόντισε για το μέλλον της Ρήνης και του Δημητράκη.Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

 Ο Ανδρέας είχε παντρευτεί και είχε μείνει πια χήρος  χωρίς παιδιά αλλά με αρκετά λεφτά… Από το μυαλό του η Ρήνη δεν βγήκε ποτέ. Ούτε αυτή ούτε η σκέψη του παιδιού του το οποίο ποτέ δεν πήρε στην αγκαλιά του. Τώρα μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια ο Ανδρέας αναγκάζεται να πάει στην Αθήνα για μια επαγγελματική υποχρέωση με έναν επιχειρηματία-θρύλο της εποχής.

Ο κύριος Κουρκουμπάς, το αφεντικό της Ρήνης, την είχε ενημερώσει για τη έλευση ενός συνεργάτη του από το νησί της Κέρκυρας, τον οποίο η Ρήνη θα έπρεπε να παραλάβει από το λιμάνι του Πειραιά το απόγευμα την Πέμπτης. Από το μυαλό της Ρήνης δεν Πέρασε ούτε για μια στιγμή ότι αυτός ο καλεσμένος  θα μπορούσε να είναι ο Ανδρέας…

Είχε φτάσει  πια η Πέμπτη και η Ρήνη ξεκίνησε για το λιμάνι του Πειραιά. Ο καιρός ήταν ανάστατος, ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και απ’ ότι φαινόταν θα έβρεχε αρκετά σύντομα. Το πλοίο έφτασε στην ώρα του και οι επιβάτες βγήκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να αποφύγουν την επικείμενη βροχή. Η Ρήνη διέκρινε έναν ψηλό άνδρα με σταθερό και αργό βήμα με βλέμμα χαμένο να ψάχνει κάτι. Αμέσως κατευθύνθηκε προς το μέρος του και τον ρώτησε ευγενικά αν ήταν εδώ για τον κύριο Κουρκουμπά. Αυτός αποκρίθηκε καταφατικά και τότε η ευγενική κοπέλα του συστήθηκε και τον οδήγησε στο χώρο διαμονής του. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο Ανδρέας ή κύριος Μαραβάς (είχε πάρει το επώνυμο της γυναίκας του) παρατηρούσε ασταμάτητα την Ρήνη η οποία ένιωθε τα δυο μαύρα μάτια του Ανδρέα κατά πάνω της. Μόλις αποχαιρετίστηκαν μπροστά από το ξενοδοχείο του κάτω από τις σταγόνες της βροχής, ο Ανδρέας είπε στον εαυτό του. «Η μοίρα με φέρνει πάλι κοντά με την πολυαγαπημένη μου Ρήνη! Λες αυτή να με αναγνώρισε;»

Η αλήθεια είναι πως όχι, η Ρήνη δεν είχε αναγνωρίσει τον Ανδρέα γεγονός που συνειδητοποίησε ο Ανδρέας την επόμενη μέρα που πήγε να συναντήσει τον επιχειρηματία στο γραφείο του. Η Ρήνη  του συμπεριφερόταν τυπικά αλλά πάντα με ευγένεια.

Τότε μια ιδέα πετάχτηκε στο μυαλό του απογοητευμένου άνδρα, που νόμιζε πως ο έρωτας της ζωής του τον είχε ξεχάσει. Να κερδίσει τη καρδιά της Ρήνης από την αρχή και να της δείξει ότι ο ερωτάς τους είναι αληθινός και ξεπερνά χρόνια, προκαταλήψεις και λεφτά.

Έτσι ο Ανδρέας άρχισε να πλησιάζει την Ρήνη μέρα με τη μέρα και να την κάνει να τον ερωτεύεται από την αρχή. Υπήρχαν στιγμές που η Ρήνη έβλεπε στον ‘νέο’ Ανδρέα  τον παλιό της έρωτα ο οποίος της συμπεριφέρθηκε ως αντικείμενο φτηνής συναλλαγής όμως είχε πει στον εαυτό της ότι δεν θα αφήσει κανέναν να τη πληγώσει ξανά. Η Ρήνη είχε ερωτευτεί τον Ανδρέα πια για τα καλά μέχρι που του γνώρισε και τον γιο της, τον Δημήτρη.

Μπορεί η Ρήνη αυτή τη συνάντηση να τη θεώρησε αναγκαία αλλά για τον Ανδρέα ήταν καθοριστική αφού για πρώτη φορά έβλεπε το γιο του χωρίς να μπορεί να του πει ότι είναι ο πατέρας του!

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό για τους ερωτευμένους αν και οι τύψεις κατέκλυζαν τον Ανδρέα μέχρι που μια μέρα…Κ. Θεοτόκης Η τιμή και το χρήμα2

Ο Ανδρέας πήρε την απόφαση  να αποκαλυφθεί επιτέλους και να πει όλη την αλήθεια στη Ρήνη. Έτσι της ζήτησε να συναντηθούν και της είπε με ήρεμη και σταθερή φωνή:

– Ρήνη πρέπει να σου πω κάτι αλλά θέλω να μου υποσχεθείς κάτι πρώτα!

– Τι Ανδρέα μου πες μου! Ανησυχώ μήπως έπαθες κάτι.

– Πες μου θα μ’ αγαπάς για πάντα ότι και να γίνει!

– Φυσικά! Μα πες μου τι έχεις πάθει τώρα και μου λες αυτά τα πράματα;

– Κοίτα Ρήνη… Εγώ είμαι ο Ανδρέας …

– Ναι αυτό το ξέρω!

– Δεν νομίζω Ρήνη μου…

Η Ρήνη τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και είπε δακρυσμένη

– Ανδρέα;  Ανδρέα εσύ είσαι;

– Ναι Ρήνη μου εγώ! Συγγνώμη για τότε… δεν σου φέρθηκα σωστά αλλά κατάλαβα το λάθος μου και πόσο σ’ αγαπώ.

– Όχι Ανδρέα όχι!!!! Γιατί να με κοροϊδέψεις πάλι; Γιατί;;; Και εγώ σου γνώρισα και το παιδί μου…

– ‘Μας’  Ρήνη…παιδί μας!!!

– Δεν του αξίζει να είναι παιδί σου. Φύγε!!!

– Όχι Ρήνη αυτή τη φορά δεν φεύγω δεν πάω πουθενά !!!

-Μα δεν το πιστεύω αυτό που μου ’κανες. Τότε θα φύγω εγώ.

– Όχι Ρήνη όπου πας να ξέρεις θα σε ακολουθήσω, σε όποιο βουνό και αν ανέβεις θα σε περιμένω, όποιο ρυάκι και αν βαδίσεις θα είμαι εκεί! Να το θυμάσαι!

Τότε η Ρήνη συνειδητοποίησε πόσο σημαντικός είναι για εκείνη ο Ανδρέας  και αποφάσισε να ζήσει επιτέλους ό,τι δεν έζησε τόσο καιρό… Το έρωτα.

                                                                   Τσινώνη Χριστιάννα ΛΒ΄1

___________________________________________________________

Η Τιμή της ΑγάπηςΈνα ανοιξιάτικο Σαββατιάτικο πρωινό που ο ήλιος έλαμπε, δέκα χρόνια μετά από την τελευταία συνάντηση και το τελευταίο βλέμμα ανάμεσα στη Ρήνη και στον Ανδρέα επρόκειτο να γίνει μια καινούρια αλλά αναπάντεχη συνάντηση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα. Βρισκόμαστε στην Αθήνα όπου η Ρήνη έχει παντρευτεί έναν άνδρα, ο οποίος δεν είχε κανένα πρόβλημα με το παιδί που είχε ήδη η Ρήνη και μάλιστα το αντιμετωπίζει ως δικό του, με τον οποίο έκανε άλλα δύο παιδιά και τώρα πηγαίνει σε ένα συγκεκριμένο και γνωστό μαγαζί στο κέντρο της πόλης, στη περιοχή της Ομόνοιας, για να αγοράσει ορισμένα μπαχαρικά και βότανα τα οποία κατά τη γνώμη της είναι απαραίτητο να υπάρχουν στη κουζίνα μιας καλής νοικοκυράς. Τα παιδιά της όποτε υπήρχε η ανάγκη τα άφηναν με  μία βρεφοκόμο την οποία και πλήρωνε ο  άνδρας της Ρήνης παρόλο που πολλές φορές δεν συμφωνούσε με  τις τέτοιου είδους εξόδους της γυναίκας του από το σπίτι. Επιπροσθέτως αν και η δεκαετία αυτή έχει επιδράσει πάνω της και την είχε αλλάξει, παρόλα αυτά παραμένει μια χαμογελαστή, πρόσχαρη και γλυκιά γυναίκα η οποία με διαρκή και ακατάπαυστο αγώνα προσπαθεί να δώσει τα καλύτερα εφόδια στα παιδιά της, να τα μεγαλώσει όσο πιο σωστά εκείνη και ο άντρας της μπορούν και να διατηρήσει ένα ήρεμο οικογενειακό κλίμα.

Από την άλλη πλευρά ο Ανδρέας έκανε και εκείνος με τη σειρά του οικογένεια και δύο παιδιά με την καινούρια του γυναίκα, την Έλλη, στην Κέρκυρα και πλέον φοβούμενος το ότι ενδέχεται να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση πολλών ετών (οι νόμοι έχουν αλλάξει και έχουν γίνει περισσότερο αυστηροί σε τέτοιου είδους περιστατικά) σταμάτησε το λαθρεμπόριο και γενικότερα ό,τι αφορούσε στις παράνομες συναλλαγές. Πλέον οι κύριες πηγές εσόδων για εκείνον και την οικογένειά του είναι το ψάρεμα αλλά και το εμπόριο μπαχαρικών, βοτάνων και λαχανικών, προϊόντων τα οποία σε μεγάλο βαθμό αγοράζει από εμπόρους στη περιοχή του κέντρου της Αθήνας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκεται στην Αθήνα αυτό το Σαββατοκύριακο. Επίσης όπως και στο παρελθόν (προ δεκαετίας στο νησί της Κέρκυρας) θεωρεί ότι σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο η γυναίκα του δεν πρέπει να εργάζεται εκτός του σπιτιού αλλά αντιθέτως το μόνο για το οποίο θα πρέπει να ενδιαφέρεται είναι η ανατροφή των παιδιών της οικογένειας καθώς και η φροντίδα του σπιτιού και ως εκ τούτου και του νοικοκυριού της.

Όσο αφορά λοιπόν στη συνάντηση των δύο ατόμων: η Ρήνη μετά από λίγη ώρα αναζήτησης, μιας και δεν έχει ξαναπάει ποτέ στο συγκεκριμένο μαγαζί αλλά το έχει ακουστά από γειτόνισσες και φίλες που έχει αποκτήσει όλο αυτό το διάστημα που διαμένει στη πρωτεύουσα, το βρίσκει, μπαίνει μέσα σε αυτό, αγοράζει τα μπαχαρικά και τα βότανα που θέλει, και εξέρχεται με ευχαρίστηση  και με μία γενικότερη εύθυμη διάθεση από εκεί. Ο Ανδρέας από τη πλευρά του επιλέγει να προμηθευτεί τα προϊόντα που επιθυμεί από ένα κατάστημα στον ίδιο δρόμο όμως λίγα μέτρα παρακάτω από το μαγαζί από το οποίο αγόρασε η Ρήνη ό,τι επιθυμούσε. Και εκείνος με τη σειρά του προμηθεύεται αυτά που  επιθυμεί και βγαίνει με τους σάκους των προϊόντων στα χέρια ανηφορίζοντας τον δρόμο με σκοπό να τα τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του και να φύγει, ώσπου βλέπει τη Ρήνη να προχωρά, αφήνει τους σάκους στο δάπεδο και φωνάζει το όνομά της πολλές φορές και δυνατά, ώστε να γίνει αντιληπτός.Η Τιμή της Αγάπης1

Εκείνη γυρνά, τον βλέπει και παγώνει, αφού προφανώς και για κανένα λόγο δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη, ενώ στη συνέχεια αυξάνει τη συχνότητα του βήματος της, για να μπορέσει να τον αποφύγει αλλά εκείνος τρέχει και τελικά την προλαβαίνει. Ο πρώτος που αρχίζει τη συζήτηση είναι ο Ανδρέας ρωτώντας τη  τόσο για το τι κάνει στη περιοχή αυτή όσο για εκείνη και το παιδί του αλλά και για το αν τελικά παντρεύτηκε. Η Ρήνη με τη σειρά της δεν φαίνεται να είναι και πολύ ευχαριστημένη και χαρούμενη που τον συναντά (επειδή θυμάται ότι για εκείνον υπήρξε ένα μέσο για να αποκτήσει χρήματα για να ξεχρεώσει το σπίτι του αλλά και γιατί λόγω εκείνου έχασε τη τιμή της στη Κέρκυρα και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί από τον τόπο γέννησης και καταγωγής της)  αλλά παρόλα αυτά απαντά στον Ανδρέα λέγοντας πως έχει έρθει για να αγοράσει μερικά μπαχαρικά και βότανα από ένα μαγαζί εκεί κοντά και πως και εκείνη αλλά και το παιδί είναι πολύ καλά και πως είναι παντρεμένη έχοντας άλλα δύο παιδιά. Με την σειρά της τον ρωτά τι έχει έρθει να κάνει εκεί και το τι έκανε κι εκείνος στη ζωή του τόσα χρόνια που περάσανε, με τον Ανδρέα να απαντά πως έκανε οικογένεια, σταμάτησε το λαθρεμπόριο και πλέον εμπορεύεται διάφορα λαχανικά, φρούτα, βότανα και μπαχάρια τα οποία αγοράζει από ένα μαγαζί λίγο πιο δίπλα και στη συνέχεια τα μεταφέρει στο νησί για να τα εμπορευθεί.

Ο Ανδρέας στη συνέχεια λέει στην Ρήνη πως επιθυμεί να μάθει λίγα στοιχεία και μερικές πληροφορίες για το παιδί του και για αυτό της προτείνει να καθίσουν κάπου να συζητήσουν για λίγη ώρα και η Ρήνη ως ευαίσθητος και συναισθηματικός χαρακτήρας, που ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα και τις έννοιες  των άλλων, ενδίδει και δέχεται τη πρόταση του Ανδρέα. Αφού βέβαια μεσημέριαζε επέλεξαν να καθίσουν σε ένα φθηνό ταβερνάκι ώστε παράλληλα με συζήτηση να μπορέσουν να τσιμπήσουν και κάτι. Η συζήτηση άρχισε δίνοντας ο καθένας από την πλευρά του όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για την οικογένεια και τον τρόπο ζωής του και στη συνέχεια επικεντρώθηκε στο δεκάχρονο πλέον κοριτσάκι που είχαν αποκτήσει μαζί η Ρήνη και ο Ανδρέας το οποίο είχε ονομαστεί Μαρία, ένα όνομα που όπως φάνηκε άρεσε αρκετά και στον Ανδρέα.

Αφού κουβέντιασαν, ήπιαν και έφαγαν, ο Ανδρέας ζήτησε από την Ρήνη αν μπορούσε να συναντηθούν και κάπου το βράδυ ξανά μόνοι τους αυτή τη φορά όμως όχι για κουβέντα και επιπλέον πρόσθεσε το γεγονός ότι θα μπορούσε να παρατήσει την οικογένειά του, ώστε να ζήσουν μαζί ξανά και να κάνουν όπως τόνισε ο ίδιος μια καινούρια αρχή, φανερώνοντας έτσι τη δεύτερη πλευρά του εαυτού του, η οποία είχε παραμείνει ίδια και απαράλλακτη και δήλωνε την επιπολαιότητα, την ανευθυνότητα και την μηδαμινή ένδειξη  σεβασμού και αληθινού ενδιαφέροντος, τόσο για την δικιά του οικογένεια όσο και για την οικογένεια της Ρήνης αλλά και για την Ρήνη ειδικότερα.

Η Ρήνη αηδιασμένη από τα όσα άκουσε απηύθυνε τον λόγο στον Ανδρέα απαντώντας του ότι είναι ένας πραγματικά άθλιος ο οποίος για το μόνο για τα οποία ενδιαφέρεται είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστησή του με τις γυναίκες τις οποίες μετά παρατάει και από τις οποίες προσπαθεί να αποκομίσει χρήματα (μέσω προίκας και άλλων διαδικασιών) χωρίς να τον νοιάζουν, καθώς και το να βρει διάφορους τρόπους ώστε να πλουτίσει και να γεμίσουν οι τσέπες του με χρήματα τα οποία, όπως ακριβώς είπε, δεν έχουν ίχνος συναισθήματος για αυτό και ταιριάζουν με εκείνον. Κλείνοντας πρόσθεσε πως δεν επιθυμούσε να τον ξανασυναντήσει στη ζωή της για κανένα λόγο και για καμιά αιτία, να αφήσει ήσυχη τη νεαρή Μαρία για να μεγαλώσει σε ένα υγιές και πραγματικά οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον και φαίνεται να μην έχει αλλάξει καθόλου ο χαρακτήρας της αφού διακρίνεται η περηφάνια που δηλωνόταν και τότε, την εποχή που ζούσε στο νησί, με την συμπεριφορά της, επειδή τώρα πριν φύγει από το ταβερνάκι αφήνει το χρηματικό ποσό που κόστιζε το γεύμα τους πάνω στο τραπέζι.

Η Τιμή της Αγάπης3Πράγματι η επιθυμία της Ρήνης έγινε πραγματικότητα αφού σε όλη την υπόλοιπη ζωής της δεν ξανασυνάντησε και δεν ξαναέμαθε νέο του Ανδρέα παρόλο που πήγε και στη Κέρκυρα να δει τη μητέρα της, τον πατέρα της και τα αδέρφια της. Τα παιδιά βεβαίως μεγάλωσαν και όταν η Ρήνη διαπίστωσε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή είπε όλη την αλήθεια χωρίς καμία παράλειψη και κανένα δισταγμό στη κόρη της τη Μαρία για το ποιος είναι ο αληθινός της πατέρας αλλά και για το γενικότερο πλαίσιο κατά το οποίο έγινε ο χωρισμός τους.

Η Μαρία αν και στην αρχή στενοχωρήθηκε και συγκινήθηκε μαθαίνοντας την αλήθεια στη συνέχεια ευχαρίστησε τη μητέρα της για το γεγονός ότι έμαθε τη πραγματικότητα  και συνέχισε να αγαπά ως αληθινό πατέρα της τον άνδρα που είχε παντρευτεί η Ρήνη (το όνομά του ήταν Μιχάλης. )

Όλα τα παραπάνω περιστατικά που διαδραματίστηκαν εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα στο κέντρο της Αθήνας έδειξαν πως ο Ανδρέας ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει αφού παραμένει ο ίδιος συμφεροντολόγος, αναίσθητος και επιπόλαιος άνδρας που υπήρξε και πριν το πέρασμα των δέκα αυτών χρόνων στο νησί της Κέρκυρας.

Από την άλλη  πλευρά   Ρήνη φαίνεται να είναι και εκείνη με τη σειρά της ίδια σε σχέση με τη περασμένη δεκαετία αφού σε καμία περίπτωση δεν δέχεται να παρατήσει την οικογένειά της για ένα καπρίτσιο του Ανδρέα και για αυτό χαρακτηρίζεται ως ηθικός, αξιοπρεπής και σταθερός στις αρχές και στα ιδανικά από τα οποία έχει γαλουχηθεί και καλλιεργηθεί ως χαρακτήρας ενώ παράλληλα είναι μια περήφανη και παράλληλα δυναμική γυναίκα για την εποχή της, διότι πληρώνει το γεύμα της για εκείνο το μεσημέρι και αφήνει τον Ανδρέα μόνο στην ταβέρνα εκείνη.

Τσούγκος Κωνσταντίνος ΛΒ΄1

___________________________________________________________

Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Η  Ρήνη έφυγε από τον τόπο της ,τους γονείς της ,τα αδέλφια της.. Πήγε στην Αθήνα που ήταν άγνωστη μεταξύ αγνώστων και δούλεψε σκληρά για να ζήσει τον εαυτό της και το παιδί της… Πέρασε δύσκολα χρόνια, μεγάλες κακουχίες αλλά εν τέλει κατάφερε να σταθεί στα πόδια της. Τώρα έχει έναν σύζυγο και μια κόρη που την λατρεύουν .

Ο Αντρέας  φεύγει και αυτός από την Κέρκυρα αλλά για άλλους λόγους. Οι δουλείες δεν πήγαιναν  καλά, χρωστούσε σε όλο το νησί, τον κυνηγούσαν καθημερινά και δεν είχε για να ξεχρεώσει. Πηγαίνει λοιπόν στην Αθήνα που έδινε πολλές ευκαιρίες και ανοίγει έναν φούρνο ο οποίος τον ζει. Δεν είχε κανέναν δικό του άνθρωπο αλλά τον παρηγορούσε η συντροφιά που του χάριζε μια μικρή πελάτισσα που έστελνε καθημερινά η μητέρα για να αγοράσει ψωμί. Έλεγε πως το κοριτσάκι έφερνε χαρά, ότι έμπαινε μέσα και φώτιζε όλο το μαγαζί. Ένιωθε σα να τον δένει κάτι με αυτή τη μικρή. Πράγματι, αυτό το κορίτσι ήταν η κόρη του.

Η Ρήνη μια μέρα αποφασίζει να πάει η ίδια για τα καθημερινά ψώνια αφού η κόρη της ήταν άρρωστη. Της είχε πει όμως να περάσει και από τον φούρνο να γνωρίσει αυτόν τον πολύ καλό κύριο που της  ανέφερε συχνά.

Μόλις αντίκρισε τον Αντρέα πάγωσε. Ένιωθε σα να μην την χωράει ο τόπος, σα να κινούνται οι τοίχοι προς το μέρος της να την πλακώσουν. Ξύπνησαν μνήμες που είχε κρύψει πολύ καλά, πράγματα που δεν ήθελε να θυμάται . Δεν το άντεχε εξάλλου. Την ιστορία με τον Αντρέα την είχε αφήσει πίσω αλλά ποτέ δεν την αντιμετώπισε, γι’ αυτό και τώρα στεκόταν εκεί, αδρανής και χαμένη στη ζάλη των αναμνήσεων που τριγύριζαν μέσα στο κεφάλι της και την χαστούκιζαν με τις εικονες, τους ήχους, τα αρώματα τους…

– Ρήνη εσύ εδώ; είπε σαστισμένος ο Αντρέας

Εκείνη μαζεύοντας τα κομμάτια της βρήκε το κουράγιο και απάντησε.

– Ναι Αντρέα , εδώ… εδώ  που εσύ με έστειλες.

– Ω Ρήνη δεν ξέρω τι να πω..

– Δεν χρειάζεται.. τον διέκοψε με αυστηρή φωνή. Δεν χρειάζεται να πεις τίποτε , φεύγω , ας ευχηθούμε να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της κόρης της. Είχαν  γνωριστεί, είχε γνωρίσει τον πατέρα της απλά δεν το ήξερε . Το είπε στον Αντρέα.

–  Θεέ μου η κόρη μας αποκρίθηκε σαστισμένος.

– Όχι! Όχι Αντρέα η κόρη μου. Μόνη μου τη μεγάλωσα, εγώ θυσιάστηκα για να την αναθρέψω, πώς τολμάς να την αποκαλείς κόρη σου;

Κ. Θεοτόκης Η τιμή και το χρήμα2Δεν απάντησε. Κοίταξε κάτω καθώς δεν μπορούσε να την αντικρύσει, ένιωθε τα μάτια  της  να τον καρφώνουν να πετούν σπίθες οργής και μίσους.

– Δεν θα ρωτήσεις τι κάνω εδώ; Και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε. Έφυγα Ρήνη δεν άντεξα αυτόν τον τόπο, αυτούς τους ανθρώπους, σιχάθηκα. Ήταν και οι αναποδιές με την δουλειά, Τα μάζεψα όλα και ήρθα εδώ . Εσύ από ότι ξέρω απ’ την κόρη σου παντρεύτηκες.

– Ναι !  Και μάλιστα από έρωτα, δεν μπήκαν ούτε τάλαρα, ούτε κανείς άλλος  στη μέση. Εσύ παντρεύτηκες;

– Όχι στο νησί όλοι με έδειχναν. Ήμουν ο άτιμος και αχρείος που σε παράτησε με το μωρό στην κοιλιά, εδώ δεν έχω κανέναν. Μόνος  είμαι. Ρήνη συγχώρεσε με για τον πόνο που σου προκάλεσα , σε ’κείνο τον τόπο δεν είχα πολλές επιλογές γι’ αυτό και έφυγα. Άλλαξα, σιχάθηκα.

Είχε να του πει τόσο πολλά που αποφάσισε να πει μονό ένα ξερό  Αντίο Αντρέα ας ευχηθούμε να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ.

Σεβαστοπούλου  Έλενα  ΛΒ΄1

Δουλεύτρα η Ρήνη, πήρε απ’ τη μάνα της «γράμματα» και βρήκε δουλειά σ’ ένα αρχοντικό στη Ζάκυθος. Γίνηκε παραμάνα στο νεογέννητο Η τιμή και το χρήμα φωτο1εγγόνι του αριστοκράτη αφεντικού. Το φρόντιζε, το προστάτευε. Γέννησε και το δικό της παιδί. Το αφεντικό της, ο σιορ Παγουλάτος και η κόρη του τση συμπαραστάθηκαν. Τα δυο μικρά μεγάλωναν σχεδόν μαζί. Η Ρήνη ήταν μάνα και παραμάνα, κέρδισε αρκετά τάλαρα, δεν ξέχασε τον Ανδρέα, ως πατέρα του παιδιού της.

Ο Ανδρέας, που παράτησε το λαθρεμπόριο ζάχαρης, αδιαφόρησε για τα χρέγια του κι έγινε ναυτικός, να δουλέψει, να ξεχάσει. Μα, δεν ξέχασε. Επιστρέφει με τάλαρα στην Κέρκυρα, μετά από δέκα χρόνια. Η σιόρα Επιστήμη δεν του δίνει πληροφορίες για το παιδί του και τη Ρήνη. Εκείνος κινεί γη και ουρανό, βρίσκει τη Ρήνη και το παιδί του. Η Ρήνη, όμως, δεν είναι μόνη, παντρεύτηκε το μικρότερο αδερφό του αριστοκράτη αφέντη της, που δε νοιαζόταν για την ταπεινή καταγωγή της! Τώρα, περιμένει το δεύτερο παιδί της και επιτρέπει στον Ανδρέα να επισκέπτεται το παιδί του όποτε θέλει.

Θεοδώρα Σκορδά ΛΒ΄1

___________________________________________________________

Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Η Ειρήνη και ο Αντρέας είναι ένα ζευγάρι της επαρχίας. Ο Αντρέας καταγόταν από αρχοντική οικογένεια, όμως ο πατέρας του, τον άφησε παρά πολλά χρέη και τώρα κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του. Γι’ αυτό τον λόγο γίνεται λαθρέμπορος κι έτσι γνωρίζει την Ειρήνη καθώς τον βοήθησε η μητέρα της να γλιτώσει από χωροφύλακες. Η Ειρήνη ήταν ένα σεμνό, απλό κορίτσι που βοηθούσε τη μητέρα την πρόσεξε ο Αντρέας κι ερωτεύτηκαν.

Έζησαν έναν μεγάλο έρωτα κόντρα στις αντιλήψεις της εποχής και στους κανόνες της μητέρας της Ειρήνη και του χωριού. Όμως εξαιτίας της φτώχειας τους παγιδεύτηκε η αγάπη τους στα δίχτυα του χρήματος κι έσβησε. Έτσι αναγκάστηκαν να χωρίσουν και να ακολουθήσει ο καθένας τον δρόμο του. Η Ειρήνη έφυγε στο εξωτερικό, δούλευε σκληρά σε πολλές δουλείες με κάτι μικροοικονομίες που είχε από το σπίτι της για να μπορέσει να βρει κάποιον να μείνει κι αν μεγαλώσει το μωρό της. Μέχρι τότε έμενε σε ένα ξενοδοχείο όπου οι ιδιοκτήτες την βοήθησαν να σταθεί στα πόδια της. Με τα πρώτα λεφτά που έβγαλε από τη δουλειά που της πρότειναν, νοίκιασε ένα σπίτι κι ξεκίνησε μαθήματα ξένων γλωσσών για να μπορέσει να επικοινωνεί. Αργότερα, γνώρισε έναν εξαιρετικό άνθρωπο που την αγάπησε πραγματικά και τη βοήθησε πολύ με το παιδί της και γενικά στην κοινωνική ζωή της. Η Ειρήνη αναδείχτηκε ως σπουδαία αρχαιολόγος στο Παρίσι με μια ενδιαφέρουσα δουλειά και μια ισορροπημένη σχέση.

Τα πράγματα όμως θα της ταράξουν τη ζωή της καθώς θα συναντηθεί με τον Αντρέα, ο οποίος έζησε και αυτός στο εξωτερικό για αρκετά χρόνια  αλλά τώρα ζει στην Ελλάδα διευθύνοντας μια δική του επιχείρηση. Όλα αυτα τα χρόνια έκανε επιπόλαιες σχέσεις χωρίς ουσιαστικό νόημα και ζούσε μια ζωή άνετη αλλά παράλληλα κενή.

Δεν είχε συναισθήματα και η ζωή του κυλούσε χωρίς νόημα. Η συνάντηση τους θα γίνει σε ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός στο Παρίσι όπου θα κληθούν να παρευρεθούν μαζί στο ίδιο τραπέζι εξαιτίας κοινών γνώσεων. Εκεί συνειδητοποιούν πως η φλόγα τους ποτέ δεν έσβησε. Ο Αντρέας την πολιόρκησε αρκετά από τότε παρ’ όλες τις αντιδράσεις της Ειρήνης. Έμαθε για το παιδί του το οποίο είχε γίνει ένα πανέμορφο κοριτσάκι και προσπάθησε να ξανακερδίσει τη παλιά του αγάπη που ποτέ δεν έπαψε να σιγοκαίει.

Μαργαριτοπούλου Χριστίνα-Μαρία, ΛΒ΄1

Κ. Θεοτόκης Η τιμή και το χρήμα2Ο Αντρέας και  η Ρήνη συναντιούνται μετά από δέκα χρόνια στην Αθήνα. Η Ρήνη έχει γεννήσει το γιο τους και δουλεύει μοδίστρα. Ο Αντρέας δουλεύει σε ένα παραδοσιακό καφενείο. Είναι μεροκαματιάρηδες και οι δυο .

Ένα απόγευμα ο Αντρέας επισκέφτηκε το μαγαζί που έραβε η Ρήνη για ράψει ένα καινούριο παντελόνι. Βλέπει μπροστά του τη  Ρήνη και ξαφνιάζονται και οι δυο. Η Ρήνη αρπάζει τα ψαλίδι και του ζητάει με άγριο τρόπο να φύγει από το μαγαζί. Ο Αντρέας της  ρίχνει ένα γερό χαστούκι και της ζητάει να ησυχάσει λέγοντας της ότι ήταν ο μοναδικός άντρας που αγάπησε ποτέ.

Και της λέει «γέννησες μωρή το γιο μου»;

Η Ρήνη για να τον αποφύγει του λέει ότι το παιδί δεν γεννήθηκε ποτέ. Βλέπει τον Αντρέα να νευριάζει και του λέει τελικά όλη την αλήθεια ότι δηλαδή το παιδί γεννήθηκε κανονικά ,πάει σχολειό και να περάσει κανένα απόγευμα να το δει. Ο Αντρέας μετά από λίγο καιρό γνώρισε το γιο του και τα πήγαιναν καλά και ήρθαν πιο κοντά με τη Ρήνη σε πιο στενή σχέση και της ξαναέκανε πρόταση να παντρευτούν και να ζήσουν στο νησί ευτυχισμένοι σαν οικογένεια.

Η Ρήνη το σκέφτηκε και είπε το ναι και πήγαν ξανά πίσω στην Κέρκυρα και ξεκίνησαν μια καινούρια ζωή.

 Πιτσόλης Γιάννης, ΛΒ΄1

Οι ρίζες ενός ανθρώπου πάντα θα τον στοιχειώνουν. Οι αναμνήσεις, οι άνθρωποι και η ζωή του  που την φόνευσε με το πρώτο βήμα που μπάρκαρε στο πλοίο  θα τον φωνάζουν πάντα πίσω , σειρήνες θα γίνουν στο μυαλό του και κάποια στιγμή θα λυγίσει στο κάλεσμα τους.

Έτσι και η Ρήνη μετά από δέκα χρόνια δεν άντεξε, ύστερα από μια μάχη με τη κοινωνία νίκησε, κατάφερε το αδύνατο σε δέκα χρόνια. Με τι κόστος όμως αναλογίστηκε κοιτώντας τον ορίζοντα.  Έφτασε επιτέλους. Έβλεπε την Κέρκυρα ίδια όπως την άφησε τότε που ήταν έγκυος στον γιο της, τώρα όμως τον άφησε πίσω. Έτσι κι’ αλλιώς σε δυο μέρες θα γυρνούσε.Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ2ΕΦΗΜ

Ήταν έξι ώρα όταν έφτασε και είχε ήδη αρχίσει ο κόσμος να βγαίνει με τα καλά του έξω. Στον αέρα πλανιόταν μια γιορτινή αίσθηση όπως κάθε κυριακάτικο απόγευμα. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο οι αναμνήσεις της ξυπνούσαν από τον βαθύ λήθαργο τους και ξανάρχισε να θυμάται την δύσκολη αλλά τίμια ζωή της  που είχε εδώ.

– Ανάθεμα τα τάλαρα  ακούστηκε να της λέει μια φωνή πικρά. Η Ρήνη πάγωσε καθώς  αντίκρισε την σκιά αυτού που τον θυμόταν ως Αντρέα. Και ήταν όντως μια σκιά του εαυτού του. Ένα πρόσωπο σκαλισμένο από της δυστυχίες. Ελάχιστα από τα μαλλιά του είχαν απομείνει στο κεφάλι του. Την τραγική εμφάνιση την συμπλήρωνε το ρακένδυτο ντύσιμο το, μόνο τα μάτια ήταν απείραχτα από τον χρόνο. Η εμφάνισή του τάραξε τη Ρήνη και σε μια προσπάθεια να καταπνίξει  τα  συναισθήματά της με πνιγμένη φωνή είπε «τι είπατε;»

Εκείνος με βραχνιά και με πικραμένη φωνή είπε «δεν με θυμάσαι Ρήνη». Τα μάτια είχαν θολώσει είχε λυγίσει από τα βάσανα της ζωής. Έπαιξε στα χαρτιά με τη ζωή για μια υπόληψη και για μια χούφτα χρήματα και πόνταρε την αγάπη αλλά η αγάπη όμως δεν ποντάρεται ούτε και εξαγοράζεται  έτσι τα χάσε όλα γιατί με  αγάπη δίνεις αξία  στα πράγματα

Και ήταν και οι δυο τους ακίνητοι, ο ένας ήταν πιασμένος από τη ματιά του αλλού. Τα λόγια ήταν άχρηστα και τα συναισθήματα τους μπερδεμένα για κάτι που η Ρήνη το πίστεψε και ο Αντρέας το πούλησε, για κάτι το οποίο τους έχει καθηλώσει και κάθε λέξη είχε αχρηστεύσει.  Δεν ήταν σπίθα όμως αλλά μια τελευταία αναλαμπή από μια άλλη εποχή. Η τιμή και το χρήμα μπορεί να μη νίκησαν την αγάπη τους μα ούτε την  κέρδισαν.

Σακκής  Γιάννης, ΛΒ΄1

________________________________

Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας και μία ιστορία των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

«Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Eίχαν περάσει κιόλας κοντά στα δέκα χρόνια. Η Ρήνη είχε πλέον μεγαλώσει και ζούσε με τον μονάκριβο ανήλικο γιό της, το μικρό κοριτσάκι της και τον άντρα της, τον Παναγιώτη, σε μια καλοχτισμένη μονοκατοικία στο κέντρο της Αθήνας.

Η δύστυχη, η Ρήνη, είχε περάσει τόσα πολλά βάσανα, από τότε που εγκατέλειψε την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Κέρκυρα, για να έρθει στην πρωτεύουσα την Αθήνα, για να βρει την τύχη της και ν’ αναθρέψει μόνη της το αγέννητο παιδί της. Για να ζήσει με αξιοπρέπεια, η Ρήνη, εκείνα τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου, είχε περάσει από όλες τις ταπεινές δουλειές που μπορούσε να φανταστεί ο άνθρωπος και όλα αυτά φυσικά, για να μη στερήσει τίποτα από τον πολυαγαπημένο της  γιό.

Στην  αρχή, ξεκίνησε να δουλεύει ως πλύστρα στα πλούσια σπίτια των τότε αριστοκρατικών οικογενειών της Αθήνας. Αργότερα, εργάστηκε ως ερ`γάτρια σε ένα εργοστάσιο υφασμάτων, κάπου στη Νέα Ιωνία. Πέρασε από τα χέρια πολλών εκμεταλλευτών, μα άντεξε, με την ελπίδα μιας καλύτερης μέρας. Αναγκάστηκε μάλιστα, να εγκαταλείψει και τον γιό της ακόμη, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αφήνοντάς τον σε κάποια γειτόνισσα έτσι ώστε να μπορέσει παράλληλα με την δουλειά της να παρακολουθήσει δωρεάν βραδινά μαθήματα στο σπίτι ενός σπουδαίου δασκάλου της εποχής, με σκοπό να αποκτήσει πρόσθετες γνώσεις, εμπειρία και κριτική σκέψη έτσι ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει κάποια αξιοπρεπή υπαλληλική θέση στη Δημόσια Διοίκηση της Ελλάδας.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν η Ρήνη με τη λαχτάρα της για επιβίωση, αυτής και του γιού της, το πείσμα της, την αφοσίωσή της στην εργασία της, την εργατικότητα της, την αξιοπρέπειά της και το πάθος της για ζωή, κατάφερε να φτάσει ψηλά. Λίγο μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ένας σπουδαίος Διευθυντής Υπουργείου αναγνώρισε τις δυνατότητές της  και κατάφερε να τη διορίσει υπάλληλο στο Υπουργείου του. Σύντομα, η Ρήνη καταξιώθηκε ως η ικανότερη και σημαντικότερη τμηματάρχης Υπουργείου της εποχής εκείνης.

Όταν ο γιός της έγινε περίπου επτά χρονών, για εκείνη άναψε ξανά, στο πρόσωπο ενός καλοκάγαθου συναδέλφου της, η σπίθα του έρωτα που βίαια είχε σβήσει φεύγοντας από την Κέρκυρα.  Αγάπησε δυνατά, με σεβασμό, το νέο της σύντροφο ακόμη και αν δεν ήταν λίγες οι φορές που στα μάτια του μονάκριβου γιού της έβλεπε τον πρώτο της έρωτα, τον Ανδρέα. Βλέποντας τον γιό της, τον καρπό του έρωτά της με τον Ανδρέα, η Ρήνη ένιωθε τόσο εσωτερικό πόνο που αποφάσισε να γιατρέψει και να σκεπάσει τις πληγές της γεννώντας άλλο ένα παιδί, με τον νέο της έρωτα, τον Παναγιώτη. Έτσι μετά από περίπου έναν χρόνο, ένα νέο μέλος προστέθηκε στην οικογένεια τους, η Ελπίδα. Το όνομα του κοριτσιού συμβόλιζε την εσωτερική δύναμη, το ψυχικό σθένος, με τα οποία η Ρήνη κατάφερε να επιβιώσει και να φτάσει στο στόχο της. Επίσης, συμβόλιζε ένα καλύτερο μέλλον για εκείνη και τον γιό της.

Τις Κυριακές η Ρήνη με τα δύο της παιδιά και τον άνδρα της συνήθιζαν μετά από το μεσημεριανό φαγητό να κάνουν μια βόλτα στο κοντινότερο πάρκο. Συνήθως τα δύο αδέλφια πήγαιναν μόνα τους μέχρι το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς, ενώ η Ρήνη με τον Παναγιώτη καθόντουσαν με ηρεμία σε ένα παγκάκι στην ομορφότερη μεριά του πάρκου και συζητούσαν θέματα απλά της καθημερινότητάς τους, της δουλείας τους ή έκαναν σχέδια για το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους.

Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ2ΕΦΗΜΠαράλληλα, στην Κέρκυρα η ζωή κυλούσε ήσυχα. Ο Ανδρέας κατάφερε και αυτός να παντρευτεί μία από τις πλούσιες γυναίκες του νησιού. Απέκτησε δικό του σπίτι και έγινε διευθυντής στο μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής κρασιών. Ποτέ όμως, δεν άλλαξε τον τυχοδιωκτικό και εγωιστικό του χαρακτήρα. Κάποτε, χρειάστηκε να ταξιδέψει για ένα μικρό διάστημα, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, στην Αθήνα. Στο ταξίδι αυτό, ξαφνικά του ήρθε στη μνήμη του η εικόνα της Ρήνης. Σκεφτόταν εκείνη, να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με αυτόν για να φτάσει στην πρωτεύουσα. Τόσα χρόνια την είχε ξεχάσει, την είχε  ξεπεράσει, όμως ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται το παιδί που ποτέ του δεν γνώρισε, αφού η Ρήνη είχε φύγει από την Κέρκυρα πριν να γεννήσει το παιδί τους. Ξαφνικά διάφορα συναισθήματα τον περικύκλωσαν, μίσος για τον εαυτό του και τις πράξεις του, θυμό για τη Ρήνη που έφυγε από την Κέρκυρα χωρίς να έχει γεννήσει το παιδί τους, νοσταλγία και πάνω απ΄ όλα ένιωθε δυστυχισμένος με την επιλογή του να βάλει στην ίδια ζυγαριά τον έρωτα και την τιμή με το χρήμα. Για λίγο σταμάτησε να σκέφτεται και αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του μέχρι την ώρα που έφτασε στο τερματικό σταθμό των λεωφορείων στην Αθήνα.

Από εκεί πήγε κατευθείαν στο σπίτι, που του είχε παραχωρήσει η εταιρεία του για να μείνει στην Αθήνα. Άφησε την βαλίτσα του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην πρωτεύουσα, την οποία επισκεπτόταν για πρώτη φορά. Συμπτωματικά, εκείνο το απόγευμα, ο γιός της Ρήνης με την αδελφούλα του την Ελπίδα είχαν πάει περίπατο σε κοντινό στο σπίτι τους  παντοπωλείο για να αγοράσουν κάποια πράγματα για τους γονείς τους. Ο Ανδρέας τυχαία περνώντας  απ΄ έξω από εκείνο το παντοπωλείο δεν δίστασε να μπει για να προμηθευτεί τα απαραίτητα για τις λίγες μέρες που θα έμενε στην Αθήνα. Μπαίνοντας μέσα στο παντοπωλείο τα μάτια του αντίκρισαν τον γιό του, χωρίς να αναγνωρίζει βέβαια το ποιος πραγματικά είναι. Κάτι όμως στα μάτια του μικρού παιδιού, κάτι στο πρόσωπό του, θύμιζε στον Ανδρέα τον εαυτό του σε εκείνη την παιδική του ηλικία. Μια αόρατη δύναμη μέσα του τον έσπρωξε, χωρίς να ξέρει το γιατί, να ακολουθήσει τα δύο αδέλφια καθώς αυτά έφευγαν από το παντοπωλείο. Ξαφνικά αντίκρισε την Ρήνη να κάθεται μόνη στο απέναντι παγκάκι. Δεν πίστευε στα μάτια του, είχε ιδρώσει ολόκληρος σε σημείο που κόντεψε να λιποθυμήσει. Χωρίς δύναμη και φωνή προσπάθησε να ψελλίσει το όνομά της. Μα ήταν μάταιο. Στάθηκε δύο λεπτά πίσω από ένα πεύκο για να συνέλθει και ύστερα την πλησίασε.

– Ρήνη!, αναφώνησε εκείνος.

– Ναι, εγώ είμαι. Εσείς ποιος είστε; Απόρησε εκείνη. Μα για ένα λεπτό….., μπορεί να είχε αλλάξει όμως τα μάτια του παρέμειναν το ίδιο μελαγχολικά, γεμάτα πόνο και αγάπη. Ανδρέα!

– Ναι, Ρήνη μου! Εγώ είμαι.

– Ανδρέα τι γυρεύεις εδώ; Ρώτησε με θυμό εκείνη, τι δουλειά έχεις εδώ μετά από τόσα χρόνια;

– Παντρεύτηκα, Ρήνη και δουλεύω σε ένα εργοστάσιο στην Κέρκυρα, ο δρόμος, η δουλειά,  με έφεραν στην Αθήνα για κάποιες επαγγελματικές υποχρεώσεις….. Όμως  τώρα που σε είδα….. είσαι ίδια όπως τότε….. ο πρώτος μου έρωτας…… και ο παντοτινός. Αυτός είναι ο γιός μας;

– Σε παρακαλώ, στάματα Ανδρέα, δεν υπάρχει λόγος να μου τα λες όλα αυτά! Δεν παντρεύτηκες μονάχα εσύ αλλά και εγώ ξεκίνησα από την αρχή τη ζωή μου με τον άντρα μου, τον Παναγιώτη…. Δεν το πιστεύω ότι τόλμησες να μου μιλήσεις….. Δεν έχεις  ιδέα πόσο βασανίστηκα τόσα χρόνια για να σταθώ στα πόδια μου και να αναθρέψω τον γιο μου!

– Το γιο μας εννοείς!

– Όχι, Ανδρέα, το γιο μου εννοώ. Δεν είσαι εσύ ο πατέρα του. Πατέρας είσαι, όταν βρίσκεσαι κοντά στο παιδί σου, το μεγαλώνεις, του μαθαίνεις τις αξίες της ζωής, του προσφέρεις τα πάντα μόνο και μόνο για να το βλέπεις ευτυχισμένο, χαίρεσαι όταν χαίρεται, ανησυχείς, υποφέρεις όταν νιώθεις ότι του λείπουν πράγματα…. Πατέρας δεν είσαι όταν απλά έχεις συμβάλει στο να υπάρξει.

– Ρήνη πώς είναι δυνατόν μετά από τόσα χρόνια να νιώθεις τόσο μίσος ακόμα για μένα….. πώς μου μιλάς με αυτόν τον τρόπο; Εσύ αν θυμάσαι με εγκατέλειψες και ήρθες μόνη σου στην Αθήνα, κανείς δεν στο επέβαλλε και εγώ αν θυμάσαι σου είχα ζητήσει να με παντρευτείς!

– Ντροπή σου! Μετά από όλα όσα μου έκανες να τολμάς να μου καταλογίζεις ευθύνες; Αν θέλεις, λοιπόν, να γνωρίζεις ποτέ μου έως τώρα δεν μετάνιωσα ούτε για μία στιγμή που έφυγα από την Κέρκυρα. Είχα το παιδί μας, Ανδρέα, στην κοιλιά μου, το παιδί μας! Και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν η ανύπαρκτη προίκα της δύστυχης μητέρας μου. Μας έβαλες, εμένα και τον γιο σου, στην ίδια μοίρα με τα χρήματα. Πως νομίζεις πως θα άντεχα αυτή την ταπείνωση, είχα αξιοπρέπεια και έφυγα.

– Φτάνει! Δεν μπορώ να ακούσω άλλα! Φτάνει! Δεν έφταιγα μονάχα εγώ, Ρήνη. Η κατάσταση ήταν δύσκολη και εγώ άνεργος. Δεν θα τα βγάζαμε πέρα μόνοι μας.

– Να που εγώ τα κατάφερα όμως, αποκρίθηκε με περηφάνια η Ρήνη. Εγώ με την αξία μου τα κατάφερα, γιατί πάντα μέσα μου έλεγα: ‘’Δουλεύτρα είμαι, ποιόν έχω ανάγκη;’

– Αν υπάρχει αγάπη όλα αλλάζουν. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή, Ρήνη μου.

– Ξεχνάς την γυναίκα σου και τον άνδρα μου! Άργησες, Ανδρέα και δυστυχώς για σένα τα λάθη και τα σφάλματα δεν συγχωρούνται αλλά πληρώνονται και τιμωρούνται από την ίδια τη ζωή. Ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσα να είμαι μαζί σου τώρα πια, γιατί στα μάτια σου το μόνο που βλέπω είναι ο πόνος που πέρασα τόσα χρόνια.

– Ρήνη, σε παρακαλώ μην με εγκαταλείψεις για άλλη μια φορά, κοιτώντας μετά από τόσα χρόνια, ξανά τα καταγάλανα μάτια σου, κατάλαβα πόσο πολύ πάντα σ΄ αγαπούσα! Και συνεχίζω να σε αγαπώ…, θέλω να γίνουμε οικογένεια εγώ, εσύ και ο γιός μας. Αλήθεια πως το λένε;

– Ανδρέα. Είπε ντροπαλά η Ρήνη.

– Ανδρέα! Είπε με χαρούμενη φωνή ο Ανδρέας.

Η Ρήνη δεν συνέχισε τη συζήτηση και κοφτά του ζήτησε να φύγει.

– Είναι ώρα, Ανδρέα, να χωρίσουν οι δρόμοι μας για άλλη μια φορά. Αντίο, ελπίζω να βρεις ξανά την ευτυχία στη ζωή σου, όσο κι αν με πλήγωσες.

– Αντίο Ρήνη  μου, ελπίζω να πραγματοποιηθεί η ευχή σου για μένα! Να ξέρεις πως πάντα μέσα μου, όμως, εσένα μόνο θα αγαπώ αληθινά, εσένα και τον γιό μας!

Ο Ανδρέας δεν είχε πια τίποτα άλλο να πει. Μονάχα την κοίταζε με βαριά μάτια γεμάτα ντροπή, μετάνοια και αγάπη να απομακρύνεται. Η Ρήνη ένοιωθε ανακουφισμένη, σίγουρη για την απόφασή της να παραμείνει και να ζήσει ευτυχισμένη με την οικογένειά της.

Ο Ανδρέας ποτέ του δεν ευτύχησε πραγματικά, παρόλο που  παρέμεινε παντρεμένος με την πλούσια γυναίκα του, ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκε τον έρωτα και την αγάπη που είχε ζήσει με τη Ρήνη που τόσο επιπόλαια και εγωιστικά είχε αποδιώξει. Έμεινε ψυχικά μόνος του να μετανιώνει για τη ζωή που έχασε και για το παρελθόν που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Η Ρήνη έπνιξε μέσα της, για μια ακόμη φορά, το θυμό και την απογοήτευση που ένοιωθε για τον Ανδρέα και  προσπάθησε, ξανά, να ξεπεράσει όλα όσα συνέβησαν εκείνη το απόγευμα και να συνεχίσει την νέα της ευτυχισμένη ζωή που με τόσο κόπο έφτιαξε.

 

Ζαγοριανού Ευθυμία, ΛΒ΄1

«Δέκα χρόνια μετά…»Η τιμή και το χρήμα3

Είχαν περάσει πια δέκα χρόνια απ’ όταν η Ρήνη αποφάσισε να πάρει τη ζωή της στα χέρια της έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη κανέναν. Προκειμένου να μην χάσει την αξιοπρέπεια της αποφάσισε να πάει στην πρωτεύουσα να εγκαταλείψει μια για πάντα τον πρώτο της έρωτα, τον αγνότερο, ο οποίος της είχε χαρίσει και την μονάκριβη κόρη της, την Επιστημούλα, που τόσο πολύ αγαπούσε.

Η Ρήνη τώρα πια ζούσε με την κόρη της σε μία μικρή συνοικία του Πειραιά, την Νίκαια . Η Επιστημούλα ήταν ήδη εννιά χρονών και πήγαινε στην τρίτη τάξη του Δημοτικού. Δεν έμαθε ποτέ για τον πατέρα της, ούτε ρώτησε βέβαια, το μόνο που ήξερε ήταν ότι η μητέρα της όταν έμεινε έγκυος έφυγε από το νησί της, την Κέρκυρα, και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου με κόπους παλεύει να την μεγαλώσει.

Το σπίτι τους είναι μικρό αλλά βολικό. Έχει μια μικρή κουζίνα, ένα λουτρό, δύο ράντζα για να κοιμούνται, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στη μέση και στην άκρη, στη γωνία του δωματίου, μία ραπτομηχανή.  Η Ρήνη όταν είχε πει πριν δέκα χρόνια «είμαι δουλεύτρα! Ποιόνε έχω ανάγκη;» το εννοούσε. Όταν είχε φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά, Αύγουστο μήνα, ένα καυτό βράδυ, μία γυναίκα, η Φωτεινή γύρω στα εξήντα, γεροντοκόρη, την πλησίασε βλέποντας την μόνη  και αβοήθητη, την ρώτησε τι γύρευε μια νεαρή κοπέλα στα επικίνδυνα σοκάκια του Πειραιά. Η Ρήνη με τρεμάμενη φωνή της είπε ότι είναι η μόνη εδώ και ψάχνει δουλειά. Έτσι κατέληξε να μένει στο δωματιάκι δίπλα από το διαμέρισμα της κυρά Φωτεινής, η οποία της δίδαξε την ραπτική τέχνη αναδεικνύοντας την σε περίφημη μοδίστρα. Βέβαια, η Ρήνη δούλεψε σαν σκυλί τα πρώτα χρόνια προκειμένου ν’ αποκτήσει «όνομα» στην αγορά. Τίποτα δεν την πτοούσε, είχε βάλει στόχο να μεγαλώσει το παιδί της και αυτή ήταν η μόνη της ελπίδα.

Ζούσε με την ελευθερία της, την ανεξαρτησία της αλλά και την μοναξιά της, μία μοναξιά που όλο και μεγάλωνε όσο περνούσαν τα χρόνια. Αν και είχε την κόρη της δίπλα και την καμάρωνε όλο και περισσότερο μέρα με την μέρα, της έλειπε το νησί της, το σπίτι της, η οικογένεια της αλλά περισσότερο απ’ όλα της έλειπε εκείνος. Κρυφά κάποια βράδια καθώς πλάγιαζε στο μαξιλάρι της τον σκεφτόταν, μία σκέψη την οποία απαρνιόταν.  Τον ένιωθε, μία αίσθηση την οποία έδιωχνε. Η σιωπή της ομολογούσε πόσο τον αγαπούσε ακόμα. Μεγάλωνε το παιδί τους χωρίς αυτόν, χωρίς τον Ανδρέα της. Κάποιες φορές της ερχόταν στο μυαλό να του στείλει μια φωτογραφία της μικρής πράγμα το οποίο απέρριπτε. Πίστευε ότι τον είχε βγάλει από τη μνήμη της, τον είχε διώξει από τη ζωή της. Έζησε με τη σκέψη του δέκα χρόνια. Σίγουρα μπορεί να ζήσει και άλλα τόσα με μόνο της φυλαχτό, τις αναμνήσεις.

Από την πρώτη της όμως στιγμή στην πρωτεύουσα ένιωθε μια σκιά στο πλάι της, έναν προστάτη που τις φυλούσε μέρα-νύχτα και της διευκόλυνε τη ζωή. Πίστευε ότι τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Από την πρώτη μέρα στον Πειραιά βρήκε σπίτι, δουλειά και μία γυναίκα εμπιστοσύνης. Ήταν τόσα πολλά και ιδανικά που δεν θα μπορούσαν απλά να ήταν τύχη. Ένα παράξενο αίσθημα την πολιορκούσε αυτά τα δέκα χρόνια. Το ένστικτό της, της έλεγε ότι εκείνος ήταν δίπλα της όλα αυτά τα χρόνια. Και το ένστικτο της δεν την είχε εγκαταλείψει ποτέ, ούτε τότε.

Μεσημέρι, γύρω στις δύο και τέταρτο ήταν όταν η Επιστημούλα γύρισε από το σχολείο. Το δεξί της μάγουλο ήταν μέσα στα αίματα, η μητέρα της ανήσυχη την ρώτησε τι είχε συμβεί. Η μικρή είχε τσακωθεί με μία φίλη της και στο γυρισμό από το σχολείο ο αδελφός της συμμαθήτριας της, ένα δωδεκάχρονο αγόρι έσπρωξε την Επιστημούλα η οποία έπεσε με τα μούτρα στα χαλίκια. Εκείνη την ώρα βρέθηκε ένας άνδρας ψηλός, μελαχρινός ο οποίος έδιωξε το νεαρό νταή και βοήθησε τη μικρή να σηκωθεί καθώς δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Τον άντρα αυτόν τον έλεγαν Ανδρέα είπε η μικρή.

Όταν άκουσε το όνομα η Ρήνη η καρδιά της άρχισε να ανεβάζει  παλμούς, το ένστικτο της δεν της είχε πει ψέματα, δυστυχώς. Επούλωσε τις πληγές της κόρης της, της έβαλε να φάει και έπειτα την ρώτησε πού είχε δει αυτόν τον άνδρα. Όταν της απάντησε η μικρή, εκείνη με πρόφαση ότι είχε να παραδώσει μία φούστα σε μία πελάτισσα, άρπαξε το παλτό της και έφυγε. Ήθελε να τον δει, ήθελε τόσο πολύ να τον δει. Απλά από μακριά δεν ήθελε κάτι παραπάνω απλά να τον αντικρίσει μετά από τόσα χρόνια. Καθώς περπατούσε τον είδε εκεί, ένα δάκρυ έπεσε από τα μάτια της, δεν έπρεπε όμως να λυγίσει, την απόφαση της την είχε πάρει πριν από δέκα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει καθόλου, ήταν ο ίδιος ο Ανδρέας που ερωτεύτηκε στην Κέρκυρα.Η τιμή και το χρήμα4

«Ρήνη!» ακούστηκε μία φωνή, ήταν αυτός, ο Ανδρέας της, την είχε φωνάξει. Εκείνη γύρισε τον κοίταξε με ένα σκληρό βλέμμα και προχώρησε. «Ρήνη» ξαναείπε. Δεν άντεχε να τον ακούει και να μην ανταποκρίνεται.

– Τι θέλεις Ανδρέα, γιατί ξαναγύρισες;

– Το μόνο που θέλω, Ρήνη μου, είναι εσένα και την κόρη μας, τίποτα άλλο, ούτε λεφτά, ούτε σπίτια, ούτε τίποτα..

– Αυτό Ανδρέα να το επέλεγες πριν δέκα χρόνια, τώρα είναι αργά. Όταν έπρεπε να το κάνεις δεν το έκανες. Λυπάμαι. Η Επιστημούλα και εγώ είμαστε καλά, έχουμε μία ωραία ζωή και δεν χρειαζόμαστε κανέναν άλλον.

– Ρήνη, περνάς καλά γιατί εγώ.. και σταμάτησε.

– Γιατί εσύ τι; Είπε η Ρήνη.

– Γιατί εγώ δεν είμαι δίπλα σου. Μόνο κακό και πόνο σου προκάλεσα, το ξέρω αλλά έχω μετανιώσει αγάπη μου..

– Ανδρέα, σταμάτα πια τα ψέματα. Ξέρουμε και οι δύο πως αν ο χρόνος γύριζε πίσω πάλι τα λεφτά θα διάλεγες και θα με πούλαγες εμένα. Δεν είμαι όμως πια το κοριτσάκι που γνώρισες, η ζωή μου δίδαξε να μην λυπάσαι και να μην εμπιστεύεσαι κανέναν παρά μόνο τον εαυτό σου. Σ’ αγάπησα, ναι σ’ αγάπησα αλλά λάθη του παρελθόντος δεν επαναλαμβάνονται. Δεν θέλω να μου πεις κάτι, δεν θέλω να ξέρω, δεν είσαι στη ζωή μου πια. Εμείς οι δύο τελειώσαμε όταν άφησες την κόρη σου και εμένα για το χρήμα. Δεν αξίζεις τίποτα πια. Αντίο, Ανδρέα. Καλή ζωή.

Δεν τον άφησε να ολοκληρώσει, δεν ήθελε να μάθει.  Όσο και αν τον λάτρευε η ζωή δεν τους ήθελε μαζί, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν γιατί πολύ απλά ήθελαν άλλα πράγματα. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν η κόρης, ήταν αυτό που τους ένωνε και που εκείνη θα φύλαγε και θα προστάτευε για πάντα σαν την ίδια της τη ζωή.

Ζαφείρη Δέσποινα, ΛΒ΄1

________________________________

Κ.Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Ο Ανδρέας και η Ρήνη συναντιούνται τυχαία μετά από δέκα χρόνια στη μικρή πλατεία του χωριού. Είχε περάσει τόσος καιρός. Το πέρασμα του χρόνου μαζί με την ωριμότητα είχε αποτυπωθεί στις φυσιογνωμίες τους. Στην αρχή δίστασαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλο, ήταν σαν δύο ξένοι. Ο Ανδρέας βρήκε το κουράγιο να της πει:

«Ρήνη σύ, δεν το πιστεύω! Πότε εγύρισες πίσω;» τη ρώτησε διστακτικά με το φόβο ότι δεν θα του απαντήσει.

«Γεια σου Ανδρέα» αποκρίθηκε η Ρήνη με μια ψυχρότητα στο λόγο της, ενώ τα  μάτια της είχαν βουρκώσει. Μέσα της ένιωσε σαν να είχε έναν κόμπο στο στομάχι. Με δυσκολία ξεστόμισε:

«Ήρθα να δω την μάνα μου μαζί με τη μικρή  Δανάη!» πρόσθεσε.

«Ποια Δανάη; Να υποθέσω ότι εννοείς την κόρη σου, δηλαδή την κόρη μας…!» της είπε ο με μελαγχολία ο Ανδρέας.

Εκείνη απέφυγε να απαντήσει μα έγνεψε το κεφάλι της και έστρεψε τη ματιά της αλλού.

«Πες μου Ρήνη, γιατί επήρες τότε την σκληρή απόφαση του χωρισμού μας;» «Γιατί, διέγραψες τα πάντα και έφυγες στην ξενιτιά; Γιατί δεν έδωσες κανένα σημείο ζωής, απ’ όταν έφυγες;» την βομβάρδισε με απανωτά ερωτήματα ο Ανδρέας.

«Τι νόημα θα είχε;» του αποκρίθηκε η Ρήνη «Αφού ο καθένας μας πήρε την απόφασή του και τράβηξε το δρόμο του. Στη ζωή μας πολλές φορές βρισκόμαστε σε αδιέξοδα και πρέπει να αποφασίζουμε. Εγώ διάλεξα τη δύσκολη πορεία, της ξενιτιάς, της μοναξιάς, αλλά συνάμα της ελευθερίας, της τιμής και  της αξιοπρέπειας μου. Συ, Ανδρέα, ακολούθησες τα δικά σου πιστεύω σου και πήρες το δρόμο του χρήματος».

«Βρήκες, λοιπόν, την ευτυχία σου;» τον ρώτησε η Ρήνη.

«Όχι, Ρήνη. Αυτή χάθηκε τότε!» ψέλλισε με ένα βαρύ αναστεναγμό. Κοιτάχτηκαν στα μάτια με νόημα χωρίς να πουν κουβέντα και αγκαλιάστηκαν βαθιά συλλογισμένοι…..

Αλεπάκος Ανδρέας, ΛΒ΄1


 «Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ2ΕΦΗΜ

Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που άφηκε η Ρήνη τον Ανδρέα,την μητέρα της και την οικογένεια της, που ξενιτεύτηκε σε ξένα μέρη σε ξένους τόπους. Άφησε την αγνή καθημερινότητα της και ήρθε στην πρωτεύουσα έγκυος σαν ήταν, μόνη χωρίς να γνωρίζει τίποτε και κανέναν. Η Ρήνη είχε αποφασίσει να σώσει την τιμή της και να απαλλαχτεί από τη κοινωνία αυτή που μεγάλωσε και που μόνο προβλήματα της είχε δημιουργήσει. Από όσο φάνηκε το μέλλον, της επιφύλασσε πολλές δυσκολίες αλλά και πολλές εκπλήξεις.

Παρασκευή πρωί, είχε κιόλας ετοιμάσει τα πράγματά της, ένα σακί γεμάτο τρόφιμα και μια τσάντα με πέντε-έξι ρούχα και ένα παλτό στο χέρι για τις δύσκολες και κρύες νύχτες. Πέρασε νύχτες και μέρες ξαπλωμένη στα παγκάκια, ώσπου ένας διανοούμενος μεγάλος σε ηλικία  τη ρώτησε ευγενικά αν ήθελε κάποια βοήθεια και εκείνη απάντησε μονολεκτικά :

– Κυψέλη, πείτε μου απλά πως να φτάσω στην Κυψέλη.

Ο γέρος της είπε και η Ρήνη άρχισε να τρέχει να φτάσει επιτέλους στο σπίτι της μακρινής εξαδέλφης, με την οποία είχαν μιλήσει πριν φύγει απ’ το χωριό, για να την φιλοξενήσει.

Πέρασε αρκετός καιρός και η Ρήνη είχε επιπλέον γεννήσει ένα πανέμορφο αγγελούδι, άσπρο άσπρο με ροζοκόκκινα μάγουλα και ένα βλέμμα σπινθιροβόλο σαν αυτό με το οποίο την είχε πρωτοκοιτάξει ο Ανδρέας. Ωστόσο η καθημερινότητά της ήτο δύσκολη. Βρήκε δουλειά σε ένα ταχυδρομείο για να βγάζει ίσα ίσα ένα μεροκάματο και τα απογεύματα μαγείρευε σε ένα σπίτι της γειτονιάς που χρειαζόταν επιπλέον βοήθεια. Πονούσε που μεγάλωνε μόνη της το μικρό αυτό αγγελούδι,που όσο μεγάλωνε έμοιαζε όλο και περισσότερο στον πατέρα του. Μέρα με τη μέρα η ζωή της δυσκόλευε, όμως ευτυχώς είχε δίπλα της την Κατερίνα την ξαδέρφη της η οποία, είχε πάρει σύνταξη και  βοηθούσε τη Ρηνούλα με το Κωστή.

……………………………………………………………………………….

– Δέκα χρονών έφτασες βρε Κωστή και δεν μπορείς να μαζέψεις τα πράγματά σου ;

– Έλα ρε μάνα θα τα μαζέψω σε λιγάκι

– Εντάξει παλικαράκι μου εγώ θέλω εσύ να είσαι καλά, πάω τώρα δίπλα στον μπάρμπα Γιώργο να πάρω ψωμάκι για το μεσσημεριανό και έρχομαι.

– Εντάξει, εγώ θα κάτσω εδώ με τη θεία

Στον δρόμο και απορροφημένη από τις σκέψεις και τις ανησυχίες, για το πως θα μεγάλωνε το Κωστή, τι θα έκανε στη ζωή του αλλά και το κυριότερο πως δεν θα περνούσε στον γιο τον πόνο που η ίδια πέρασε και έτσι αφηρημένη όπως ήταν έπεσε πάνω σε ένα κύριο .

– Με συγχωρείτε απλώς.

– Ρήνη επιτέλους σε βρήκα, δεν άλλαξες καθόλου κοριτσάκι μου σαν να μην πέρασε μια μέρα

– Ανδρέα τι θέλεις εδώ; Πως με βρήκες; Γιατί ήρθες;

– Ξέρω πως δεν θέλεις να με βλέπεις και ό,τι και να πεις έχεις απόλυτο δίκιο αλλά άκου με.

–  Όχι φύγε με ακούς ;ΦΥΓΕ είπε η Ρήνη και άρχισε να τρέχει κλαίγοντας

– Στάσου Ρήνη, στάσου απλά άκου με σε ψάχνω εδώ και δύο χρόνια  ρώτησε την σιόρα Επιστήμη και προσπάθησα να σε βρω. Περιφέρομαι δυο μήνες στην πρωτεύουσα χωρίς να ξέρω που να πάω τσι Ρήνη μην με αφήνεις έτσι.

– Εσύ μ’ άφησες πρώτος, εσύ επέλεξες το χρήμα και όχι εμένα,  εσύ με ντρόπιασες σε όλο το χωριό ΕΣΥ!

– Το ξέρω το χρήμα με θόλωσε για αυτό ήρθα τώρα γιατί άλλαξα  σ’ αγαπάω μ’ ακούς σ’ αγαπάω.

– Αυτό δεν είναι αγάπη Ανδρέα

– Φέρε μου το χέρι σου, σε παρακαλώ

Ο Ανδρέας έβαλε το χέρι της Ρήνης στην καρδιά του που έτρεμε σαν μικρού παιδιού και άρχισε να κλαίει μ’ αναφιλητά

– Έλα να δεις τον γιό σου Ανδρέα πάνε δέκα χρόνια τώρα, έλα να δεις το παλικάρι σου, το Κωστή μας.

– Ρήνη ξέρω πέρασαν χρόνια άλλαξες, με μίσησες αλλά σ’ αγαπάω.

Βαϊδάνη Στεφανία, ΛΒ΄1

________________________________________________________

Ο ΣΕΞΙΣΜΟΣ

Πολλοί άνθρωποι τάσσονται υπέρ αυτού με πάθος…

Αν κι εγώ σας πληροφορώ πως κάνουν μέγα λάθος!

Άνδρες γυναίκες χώρισαν, με βάση τα προσόντα

Ποιός να το φανταζότανε; Υπάρχουν τέτοια όντα!

Λύση δεν έχω να σας πω, απάντηση δε δίνω

Κρίση αντικειμενική μονάχα σας προτείνω…

Και αν τους άνδρες ευνοούν και γυναίκες ξεκάνουν

Μόνο ένα πράγμα θα σας πω: πολύ καλά τις κάνουν!

Και αν συμμαθήτριες πολλές προσέβαλα άθελά μου

Σας έχω πει στην ποίηση πως χάνω τα μυαλά μου

Και από εσάς κυρίες μου πολλές ζητώ συγγνώμες

Γιατί μετά από αυτό… Θαρρώ αλλάξαν γνώμες!

Αξιότιμοι συμμαθητές, δεν σας έχω ξεχάσει

Που κάποιος κάλλιστα μπορεί αυτό να σχολιάσει

Απλώς απ´τις συμμαθήτριες πρώτα απολογούμαι

Διότι διαφορετικά, του σεξισμού ηγούμαι

Μα στην πραγματικότητα, τα ώτα μου λυπούμαι…

Κι ο λαός μας διέταξε: «κυρίες προηγούνται»

Αλλά χειραφετήθηκαν, μόνες τους οδηγούνται!

Και όποιος είν´ ασύμφωνος και τώρα κοροιδεύει

Μόνο προς μια κατεύθυνση: τη χείριστη, οδεύει!

Του Σπύρου Καλογερόπουλου ΛΆ4

____________________________________

«Οι παράγοντες που οδήγησαν τη Φραγκογιαννού στη βρεφοκτονία»

φόνισσα4Η Φόνισσα, είναι το δεύτερο εκτενές διήγημα του Αλέξανδρου   Παπαδιαμάντη, και αποτελεί την κορυφαία στιγμή του έργου του. Έχει χαρακτηριστεί ως «ένα διαρκές ξάφνιασμα, μία επαναλαμβανόμενη έκπληξη» καθώς ο συγγραφέας του – ένας άνδρας – κατόρθωσε να αποδώσει με πιστότητα ένα σημαντικό αριθμό στοιχείων για την κοινωνική θέση των γυναικών. Αποτελείται από 17 κεφάλαια και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικό μυθιστόρημα». Το έργο, πέρα από τον επιφανειακό μύθο κρύβει έναν βαθύ κοινωνικό προβληματισμό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη θέση και τη μοίρα των γυναικών της υπαίθρου εκείνη την εποχή και που δικαιολογεί τον υπότιτλό του. Όντας ένα έργο, κατά κύριο λόγο, ψυχογραφικό στον χαρακτήρα του, ξεδιπλώνει τις σκέψεις, τις πράξεις και γενικότερα το χαρακτήρα της Φραγκογιαννούς, μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας, με αναφορές στο περιβάλλον στο οποίο αυτός διαμορφώθηκε.

Πρόκειται για τη Σκιάθο, για την οποία ο Παπαδιαμάντης μας δίνει πολλά κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας το νησί του  σαν φόντο. Η ηρωίδα της Φόνισσας, η Χαδούλα-Φραγκογιαννού, στέκεται ισότιμα στο πλευρό των τραγικών ηρωίδων και ιδιαίτερα της Μήδειας του Ευριπίδη, σχετικά με τη θέση της γυναίκας, που είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα και οπωσδήποτε σε μειονεκτική κοινωνική θέση. Όπως η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να απελευθερώσει τα καταπιεσμένα συναισθήματά της και για να εκδικηθεί τον έρωτά της, έτσι και η Φόνισσα πνίγει τα μικρά κορίτσια για να τα λυτρώσει από την θλιβερή και προβλέψιμη μοίρα τους ∙ σκοτώνει για φιλοσοφικούς λόγους (Επόμενον ήτο, διότιν είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα). Με τους φόνους της προσπαθεί να γυρίσει το ρολόι πίσω, να εμποδίσει τα θύματά της να εισέλθουν στην κοινωνία. Οργισμένη στρέφεται κατά του θύματος και όχι κατά της κοινωνίας-θύτη, αφού σε κανένα σημείο δεν αμφισβητεί τον ιερό προορισμό του αρσενικού και τα δικαιώματα της κυριαρχίας του. Στο έργο, προηγείται των φόνων μια σειρά από αφηγήσεις και αναφορές στο παρελθόν από τη γραία, οι οποίες μας προϊδεάζουν για τα βιώματά της, που εξαιτίας αυτών προκαλούνται συναισθήματα συμπάθειας για το πρόσωπό της στον αναγνώστη. Ωστόσο, η κύρια λειτουργία των αφηγήσεων δεν είναι να δημιουργήσουν αυτά τα συναισθήματα, αλλά να προβάλουν έμμεσα τους παράγοντες διάπραξης των εγκλημάτων που θα ακολουθήσουν από τη Φόνισσα. Οι παράγοντες αυτοί είναι, στην ουσία, τρεις στον αριθμό.

Ο πρώτος που εμφανίζεται στο κείμενο είναι η κληρονομικότητα. Οι εγκληματικές τάσεις, η σκληρότητα, η αδιαφορία, αλλά και η παντελής έλλειψη μητρικής αγάπης στα κορίτσια, κληρονομούνται από την μάνα στην κόρη. Ως απόρροια αυτών, η Φραγκογιαννού περνάει πολλά βάσανα και προβαίνει σε αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις, θέλοντας να αποτρέψει τα κορίτσια από αυτάΔεν θέλει δηλαδή να μεγαλώσουν και να υποφέρουν, υπηρετώντας τους άλλους και ζώντας μια άσχημη ζωή υποταγμένες και δυστυχισμένες.φόνισσα3

Ο δεύτερος σχετίζεται με την κοινωνική θέση των γυναικών στις φτωχές οικογένειες, στις οποίες πάντρευαν τις θυγατέρες με νοητικά καθυστερημένους ή με όσους δεν ζητούσαν προίκα (ένα πρόβλημα μείζονος σημασίας για τους γονείς που δεν διέθεταν οικονομική ευχέρεια), με αποτέλεσμα να τις καταστρέφουν. Αυτός ο κοινωνικός θεσμός, λοιπόν, διέλυε και αποσάρθρωνε τις φτωχές οικογένειες και για αυτό το λόγο η Χαδούλα, όντας μία από αυτές τις περιπτώσεις , ήθελε να απαλλάξει τους ανθρώπους από το βάρος των κοριτσιών.

Εκτός αυτού, η μειονεκτική θέση της γυναίκας την οδηγεί στο να πνίξει τα κορίτσια για να εξιλεώσει τα ίδια και τη γυναικεία φύση γενικότερα. Εδώ γίνεται πασιφανές και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της Φόνισσας, η οποία επιλέγει να διορθώσει τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό χώρο με ανορθόδοξα μέσα: το θάνατο. Τέλος, ο τρίτος παράγοντας είναι οι πιέσεις της στιγμής, δηλαδή οι σκέψεις της, οι θύμισες του παρελθόντος, αλλά και η πολυήμερη αϋπνία και κούραση που είχε υποστεί η Χαδούλα (είχε παραλογίσει αναπολούσα όλ’ αυτά τα πάθη της εις το πεζόν / Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν), εξαιτίας της εγγονής της. Ενθυμούμενη όσα είχε βιώσει «χάνει» το νου της και ξεκινά τις βρεφοκτονίες…

Μαρίνου Φιλίππα ΛΒ΄4

_________________________________

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:»Η Φόνισσα»

φονισσα φωτο2Η  Φραγκογιαννού, ηρωίδα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο «κοινωνικό»  μυθιστόρημα ¨Η Φόνισσα¨, είναι μια ηλικιωμένηγυναίκα,  η οποία αναλογιζόμενη τη ζωή της,  αποφασίζει να γίνει βρεφοκτόνος των μικρών κοριτσιών.

Οι παράγοντες που την ώθησαν σε αυτές τις ενέργειες είναι ποικίλοι : οικογενειακοί, οικονομικοί, κοινωνικοί αλλά και μορφωτικοί. Εκτός λοιπόν από τα μυθικά στοιχεία που εμπεριέχονται στη ‘’Φόνισσα’’, ο Παπαδιαμάντης προσπαθεί να διεισδύσει στην ψυχή της ηρωίδας του, έτσι ώστε να παρουσιάσει  τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμόρφωσε αυτόν τον χαρακτήρα.

Η κοινωνία της εποχής που γράφτηκε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ανδροκρατούμενη, ενώ χαρακτηρίζεται από μεγάλες κοινωνικές ανισότητες. Οι γυναίκες, ζουν για να υπηρετούν τους άλλους. Έτσι και η Χαδούλα παντρεύτηκε, και έγινε ‘’σκλάβα του άνδρα της’’, απέκτησε παιδιά και έγινε δούλα τους και όταν τα παιδιά τους απέκτησαν παιδιά έγινε και δούλα των εγγονιών της. Η εποχή αυτή είναι μια εποχή περιθωριοποίησης για τις γυναίκες.

Το βασικότερο κριτήριο της αποδοχής τους ή μη στις κοινωνίες αυτές ήταν η κατοχή της προίκας. Η προίκα είχε μετατρέψει τις γυναίκες σε αντικείμενο αγοροπωλησίας. Αν μια γυναίκα λοιπόν προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια η μοίρα της ήταν προκαθορισμένη. Δεν θα μπορούσε να παντρευτεί και επομένως προκειμένου να μη μείνει στην οικογένειά της, γιατί αποτελούσε  βάρος για τους γονείς , την πάντρευαν με έναν οποιοδήποτε άνδρα χωρίς να ενδιαφέρονται για την τύχη της. Μάλιστα ο ρόλος της ήταν να φροντίζει το νοικοκυριό και τα μέλη της οικογένειας της. Αναλογιζόμενη λοιπόν η Φραγκογιαννού όλα τα παραπάνω, έκρινε ότι προκειμένου να μην υποφέρουν τα κοριτσάκια στη ζωή τους θα ήταν καλύτερο να τα σκότωνε.

Επιπρόσθετα, η Χαδούλα προέρχονταν από μια οικογένεια μέσα στην οποία δεν έλαβε ούτε αγάπη ούτε τρυφερότητα. Η μητέρα της ήταν μια από τις ‘’στρίγγλες’’ της εποχής της, η οποία ασχολούνταν με τα μάγια. Η παντελής έλλειψη της μητρικής αγάπης, η σκληρότητα που εισέπραττε η  Χαδούλα από τη μητέρα της καθώς και το γεγονός ότι η μητέρα της την αδίκησε έναντι των αδελφών της ακόμα και στο μερίδιο της προίκας που της αναλογούσε, ήταν κάποια από τα στοιχεία που άσκησαν καθοριστική επίδραση στην ψυχοσύνθεσή της και στη διαμόρφωση των αξιών της. Η  Φραγκογιαννού λοιπόν αντιμετωπίζει πλέον τα θηλυκά ως ανεπιθύμητο βάρος, που περισσότερο δυσκολεύουν τη ζωή των γονιών τους, παρά τους  δίνουν χαρά.φόνισσα φωτο

Θεωρούσε μάλιστα, ότι η προίκα είναι ένας αργός και βασανιστικός θάνατος για όλα τα κορίτσια της εποχής. Έτσι πιστεύει ότι ο πνιγμός των κοριτσιών είναι προτιμότερος από μια ζωή δυστυχίας.

Φυσικά , αφού η  Χαδούλα προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια δεν είχε λάβει κανένα είδος μόρφωσης. Επομένως προσπαθούσε να βρει  λύση σε αυτές τις κοινωνικές ανισότητες χωρίς στην πραγματικότητα να μπορεί αφού δεν είχε αναπτύξει κριτική σκέψη. Όλα τα παραπάνω λοιπόν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε μείνει ξάγρυπνη πολλά βράδια προκειμένου να φροντίζει τη βαριά άρρωστη εγγονούλα της την οδήγησαν στο να πνίξει το πρώτο μικρό κοριτσάκι. Το γεγονός αυτό στην αρχή της είχε δημιουργήσει τύψεις, γιατί δεν ήταν σίγουρη αν ο Θεός ενέκρινε μια τέτοιου είδους πράξη και αποφάσισε να πάει σε ένα ναό να εξομολογηθεί . Εκεί, επειδή ‘’ο νους της είχε αρχίσει να ψηλώνετε’’ πίστεψε ότι ο Θεός ενέκρινε αυτή της την πράξη και επομένως την επανέλαβε.

Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η Φραγκογιαννού οδηγήθηκε σε αυτές τις ενέργειες εξαιτίας πολλών παραγόντων κυριότερος από τους οποίους ήταν οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής.

Παθιακάκη Αναστασία ΛΒ΄3

___________________________________

Άσε με να κρατήσω

Άσε με να κρατήσω
Το παγωμένο χεράκι σου
Άσε με να σε κοιτάξω
Στα μάτια
Μήπως μπορείς να δεις
Τον αιχμάλωτο μέσα στα μάτια μου
Όπως τραγουδούσες
Γιατί τα λόγια έχουν πτερώσει
Οι λέξεις στερέψει
Και η φωνή άχθος της συνείδησης έχει γίνει
Άσε με να κρατήσω το παγωμένο χεράκι σου για άλλη μια φορά

Το Καθεστώς
Εσύ με τη σκιά
Του έκπτωτου μονάρχη
Τι έχεις στο μυαλό σου ;
Ο κάθε νους έχει ένα καθεστώς
Που εναλλάσσεται  διαρκώς
Έτσι σε μένα ξανά
Τα πάντα αναιρούνται
Ξανά σαν μικρό παιδί
Δεν υπάρχει αλήθεια
Χωρίς αμφιβολία
Άρα το καθεστώς είναι φιλοσοφικό;
Όχι δεν είναι
Είναι  καινούργιο
Για μένα
Όσα ήξερα
Όσα διάβασα
Είναι άχρηστα
Γιατί ;
Δεν ερωτεύτηκα ποτέ
Και πίστευα πως ποτέ
Δεν θα ερωτευόμουν
Μέχρι που ήρθε…

Επιστροφή από τους Λωτοφάγους

Έφυγα στις 10 περίπου
Ήτο σαν ανάμνηση μακρινή
Η στιγμή που ΄δωσα το εισιτήριο
Ο νόστος με είχε κυριεύσει
Βιαζόμουν να προχωρήσω , να φύγω
Αν και ένα κομμάτι μου εκεί θα μείνει
Στων λωτοφάγων τη νήσο εξορισμένο
Από τις αναμνήσεις ξεχασμένο
Από τα πάθη απαλλαγμένο
Ήτο 4 η ώρα έφτασα πίσω
Στης καθημερινότητας το άντρο

Άλλος άνθρωπος
Αποπροσανατολισμένος
Χαμένος στην ίδια την ιδεολογία του
Που ήμουν;
Στους λωτοφάγους φυσικά
Εκεί πέρα μακριά ήμουν
Εκεί πέρα που τα όνειρα τα διώχνουν

Γιάννης Σακκής ΛΒ΄1
Ελπίζουμε η  προσπάθεια του συμμαθητή μας, να βρει μιμητές….

_____________________________________________________

Μάριος Μιχαηλίδης

«Η φυγή»

Φτάσαμε. Επιτέλους. Ποιος θα το πίστευε, εφτά ώρες Αθήνα-Ραφήνα. Πρώτο μπλόκο Αγία Παρασκευή. “Ν’ ανεβούμε από Χαλάντρι, Πεντέλη κι από το Μοναστήρι να γείρουμε στα Καλλίσια κι από ’κεί έχει ο θεός.” “Κακοτράχαλα”, μού έλεγαν οι άλλοι. Κι οι Γερμανοί δεν ξέρεις, τις προάλλες πιάσαν δυο Άγγλους κρυμμένους στη σπηλιά του Νταβέλη.” Τους κάρφωσαν οι βοσκοί. Αυτοί τα πρόβατά τους. Τι τους νοιάζει…

Εκεί μείναμε τρεις ώρες. Όλο χαρτιά μας ζητούσαν και πού θα πάτε, στην Άντρο τους έλεγα κι αυτοί με το άγριο με κάρφωναν, πάει χάνομαι σκεφτόμουν. Γέλαγαν τα γουρούνια. “Στην Άντρο… νησί… Αιγαίο…”. Πού αυτοί. Μετά έβγαλαν ένα χάρτη. Τους έδειξα. Πάλι γέλαγαν. “Και πώς θα πάτε βρε ζαγάρια, ολόκληρη φαμελιά”, πέταξε αυτός με το κασκέτο. Η γυναίκα με σκούντηξε. Αγγιζόμουνα εύκολα, το γνώριζε κι αυτοί ήταν επικίνδυνοι. “Πατριώτη, του είπα και δαγκώθηκα, με καΐκι θα πάμε”. Τα είπε στους Γερμανούς. Ένας τους μού έγνεψε να φύγω. Τους κατέβασα από το τρίκυκλο. Η μάνα μου είχε πιαστεί. Πώς χωρέσανε κι οι έξι, περίεργο. Τι το ’θελε ο μπάρμπα Λεωνίδας κι όλο “Στην Άντρο, στην Άντρο εκεί έχω μποστάνι, δε θα πεινάσουμε”.

Η πείνα. Τέτοιο κακό, ο θεός να μην το δείξει ούτε στον εχθρό μου. Το πρωί τους μάζευαν με τα καρότσια. Ψηλά στου Γκύζη, στα Τουρκοβούνια είχαν αποξεχάσει δυο κουφάρια, και να σμάρι οι μύγες. Τους ρίξαμε ασβέστη. Τίποτα. “Ας τους να σαπίσουν, είπε ο Μαθιός, ο παραγιός. Έτσι. Με την κουκούλα. Καλά τους κάνανε.”

Χαμός. Τι πείνα, τι προδοσία. Όλο κουφάρια έβλεπες. Και κρύο. Πολύ κρύο. Το ’νιωθες να σου τρυπά το κόκκαλο. Ναι. Σ’ αγριεύουν όλα τούτα. Εγώ που ούτε κότα δεν έσφαζα. Όλο κι όλο ένα στρουθί σκότωσα στα δεκατέσσερά μου. Με τη σφεντόνα. Του πήρε το κεφάλι η γαμημένη. Ούτε που πήγα στο κλαρί να δω που καθόταν το έρμο. Και γιατί να πήγαινα. Να δω, τι. Πάει το στρουθί.

Και να ’μαι τώρα με το τρίκυκλο, νοικοκύρης άνθρωπος με τη φαμελιά να πασχίζω να φτάσω στη Ραφήνα. Να μας περιμένεις, είπα στον Μηνά. Θα ’ρθούμε οπωσδήποτε. Το καΐκι θα  το ’χει δεμένο σ’ απάγκιο είπε, άκρη πέρα από το λιμάνι, στις Μαρίκες. Μιλημένος ήταν ο λιμενάρχης. Οι Γερμανοί είχαν τα μάτια τους ορθάνοιχτα. Και τ’ αφτιά τους. Πολύς στρατός είχαν φύγει για Αλεξάντρεια. Με το που άκουγαν πως κάποιο καΐκι θα σάλπαρε, πλάκωνε ο στρατός. Σπαθί ο Μηνάς. Και παλικάρι. Θα ανταμώσουμε είπε, σίγουρος για μένα. Πώς να μην ήταν. Τον είχαν στριμώξει οι Ιταλοί που είχε κρυμμένο έναν Εαμίτη. Ξημερώματα κυκλώσανε το σπίτι του στα Τουρκοβούνια. Έστειλε το Μαθιό κρυφά, με ξύπνησε “’Eλα μου είπε, ήρθαν οι Ιταλοί, μην είναι εκείνος ο δικός σου ο Βιτόριο.” Έτρεξα, ήταν αυτός. Δικό μου παιδί ο Μηνάς του είπα.” Εν τω μεταξύ ο Εγγλέζος το ’σκασε, τέτοιος ήταν ο Βιτόριο δεν ήθελε τους πολέμους, μόνο ένα μαντολίνο και δώσ’ του τα μινοράκια για ’κείνη τη Λινόρα που τον άφησε. “Δεν πειράζει του ’λεγα, ξέχασέ την και μας έβρισκε το πρωί να κλείνω το κρασοπουλιό με χίλιους φόβους και να τον κουβαλώ τον φτωχό στο φρουραρχείο, δίπλα στον Άγιο Στυλιανό.” Γλίτωσε ο Μηνάς. Και μου το χρώσταγε.

Αγία Παρασκευή. Μας είχαν τρεις ώρες εκεί, σ’ ένα χωράφι. Μια χαρουπιά όλη κι όλη. Και μια γούρνα. Πιο πέρα μπαινόβγαιναν κάτι στρατιώτες και δυο τρεις δικοί μας με κασκέτα. Ο ένας μ’ έκοβε με το άγριο και σούφρωνε τα χείλια του ο κερατάς, τι του ’χα κάνει. Να ήταν ο Βιτόριο, σκέφτηκα κι αμέσως απόδιωξα τη σκέψη μου. Να ’ναι καλά, κάτι ακούστηκε, ποτέ δεν το πίστεψα. Οι Γερμανοί τον γυρεύανε μερόνυχτα. Τον Μαθιό τον λιώσανε τον καημένο. Σύνδεσμος ήτανε το παλικάρι, αυτός κανόνισε και τον πήγαν τον Ιταλό ίσαμε τη Ρούμελη, μα από ’κεί χάθηκε, κανείς δεν ήξερε πού πήγε ο Βιτόριο. Τα κακά μαντάτα τον ήθελαν νεκρό. Χαράματα γέμισε ο τόπος Γερμανοί, πιάσαν τους δικούς μας στον ύπνο, δε γίνεται, μπαμπεσιά ήταν στη μέση πώς δεν τους πήρε κανείς είδηση, μπήκαν σαν αερικά στο κατώι του σπιτιού, του κόψαν το κεφάλι και το κάρφωσαν σ’ ένα πάσσαλο… Ο Βιτόριο. Αυτός με τα μινοράκια για κείνη τη Λινόρα. Πεταμένο το σώμα και το κεφάλι φλάμπουρο. Έτσι είπανε. Ποιος ξέρει.

Ήρθε αυτός με το κασκέτο. Κάτι πήρε τ’ αφτί μου, να, “κάτι να τους δώσουμε” έλεγε. Ο μπάρμπα Λεωνίδας κατάλαβε, έχωσε το χέρι ίσαμε το σώβρακο, του ’δωσε ένα μάτσο τα πήρε ο κερατάς. “Φυγέτε τώρα και κοίταγε μην τον έβλεπε κανένας, φυγέτε σας λέω…”

Ο Μηνάς άφαντος. Και το καΐκι πουθενά. Κοιτιόμαστε αμίλητοι. Η μάνα μου έβγαλε μια κουρελού. Τα παιδιά γκρίνιαζαν. Κοιμήθηκαν. Ανάψαμε τσιγάρο. Φτηνά τη γλιτώσαμε, πολύ φτηνά… Δεύτερο μπλόκο στην Παλλήνη. Σταμάτησα στα είκοσι μέτρα. Χτυποκάρδισα. Μας πλησίασαν τρεις, χραπ, χραπ το άρβυλο, κάτι γαύγιζε ο ένας του ’δειξα το χαρτί, το κοίταξε, κάτι είπανε, ευτυχώς. Ανάσανα. Μας έγνεψε, φύγαμε. Οι γυναίκες θα είπανε ίσαμ’ εκατό φορές το δόξα σοι Παναγιά μου.

Πήρε να βραδιάζει, όταν μπαίναμε στο Πικέρμι. Κακοτράχαλος ο δρόμος και φως πουθενά. Μόνο μια λάμπα στο Χάνι. Το τρίκυκλο είχε ανάψει. Το έκρυψα πίσω από τη μάντρα. Χτύπησα, φάνηκε ο Γιάννης, ο γιος του Σκορδά. Έκανα να ρωτήσω, δαγκώθηκα. Η μάνα του πέθανε κι αυτή, πριν από χρόνια. Βαθιά γεράματα. Φάγαμε στα γρήγορα. Από μακριά ακούγονταν αεροπλάνα και έφτανε ίσαμε μας πνιχτός ένας απόηχος. Έριχναν στον Πειραιά. Ο Γιάννης με ανέβασε στο δώμα. “Κοίτα” μου είπε. Μακριά στο βάθος κάτι σαν αστραπές και μετά ο βόμβος ν’ ανασκαλεύει τη γη. Συνέχεια το ίδιο πράγμα. “Πάει θα τους λιανίσουνε, να μείνετε εδώ το βράδυ”, μα ούτε να το ακούσω ξανά δεν ήθελα. Κατεβήκαμε. Ο μπάρμπα Λεωνίδας με κοίταγε ανήσυχος. “Πάμε του είπα, μας περιμένει ο Μηνάς.” Τι το ’θελα. Καθώς προχωράγαμε προς το γιοφύρι, βρυχώντα ξεχύθηκε ένα αεροπλάνο κι η νύχτα γένηκε μέρα. Φάνηκε το ρέμα με τα πεύκα κι ο δρόμος μπροστά. “Πάει, χάθηκε” είπε ο μπάρμπας και κοίταγε τη φωτοβολίδα που κατέβαινε αργά, πολύ αργά από τον ουρανό. Μα πριν αποσώσει την κουβέντα του ακούστηκε ξανά πίσω μας. Δεν ξέρω πώς, έκανα μια στραβοτιμονιά, ντουκ, ντουκ το τρίκυκλο χωθήκαμε κάτω απ’ το γιοφύρι. Μόνο που δε σκοτωθήκαμε. Τα παιδιά τσίριζαν, η γυναίκα τούς έκλεινε το στόμα, η μάνα όλο “Χριστέ και Παναγιά μου…” Ακούστηκαν τα πολυβόλα, πάει μέχρι εδώ ήτανε, θα μας θερίσουν. Έπεσα πάνω από τα παιδιά, περίμενα, τίποτα. Ο βόμβος ολοένα και ξεμάκραινε, έσβηνε μέχρι που χάθηκε. Ησυχία. Μόνο το χτυποκάρδι ακούγονταν. “Έλα Παναγιά μου Θαλασσινή, θα σου ανάψω έξι λαμπάδες μόλις φτάσουμε”, έλεγε η μάνα. Τραβήξαμε το τρίκυκλο, ανεβήκαμε δόξα σοι ο θεός. Η νύχτα έπεφτε για τα καλά. Ότι που έβλεπα με το φως του φεγγαριού. Με τα χίλια ζόρια ανεβήκαμε την ανηφόρα. Είπα να τη σβήσω, μην ανάψει πάλι. Έκανα στο πλάι. Το χαντάκι έβγαζε βογκητά “ωχ, ωχ…” Άναψα σπερματσέτο. Τι να δω. Το αυτοκίνητο είχε αναποδογυρίσει. Ο άντρας κείτονταν έξω μ’ ανοιγμένο κεφάλι κι η γυναίκα δίπλα του μες στα αίματα να ρουφάει το ρόγχο της.“Δεν τη βγάζει, είπε ο μπάρμπας. Βιάσου. Ο Μηνάς περιμένει. Πίκρα.

Μπαίναμε στη Ραφήνα. Δόξα σοι ο θεός. Ερημιά. Μόνο η μηχανή ακουγόταν. Και κάτι τριζόνια. Περάσαμε από την πλατεία. Παντού ερημιά. Κατέβηκα. Κοίταξα ένα γύρο. Τα σπίτια κατάκλειστα. Μόνο κάτι σαν υποψία κεριών άναβαν πίσω από τις κουρτίνες και έσβηναν απότομα. Το λένε μέρες τώρα από το ραδιόφωνο, όχι φώτα. Ούτε κεριά. Κάτω στο λιμάνι το ίδιο, ψυχή και φως κανένα. Από κάπου μακριά, μια συντροφιά Γερμανοί βρόμιζαν τη νύχτα με τις φωνές και τα ξερατά τους. Θυμήθηκα τα λόγια του Μηνά, όχι κάτω στο λιμάνι, αριστερά στο απάγκιο. Έκανα να βάλω μπροστά, να σου τρεις χωροφύλακες και δυο λιμενικοί, “Θα ’ρθείτε μαζί μας”. Κάτι πήγα να πω, με σκούντησε ο μπάρμπας. Μας ανέβασαν στον λιμενάρχη. Τους έδιωξε. Μείναμε εμείς κι αυτός. Με κάρφωνε. Ρώτησε τι και πώς, του είπα. Αναγάλλιασα. Ήταν μιλημένος. Μου έδωσε ένα χαρτί, μην τυχόν μας σταματήσει κάποιο περίπολο, μου εξήγησε από πού, τους φόρτωσα στην καρότσα, “Κουράγιο” μου είπε.

Φτηνά τη γλιτώσαμε. Πολύ φτηνά. Κοίταξα το ρολόι. Ξεκινήσαμε απόγιομα, πριν εφτά ώρες. Οι γυναίκες βγάλαν ένα τσαμπί σταφύλι. Και παξιμάδια. Ήπια νερό, δόξα σοι ο θεός. Κοίταξα τον μπάρμπα Λεωνίδα. Ο καημένος μόλις που κρατιόταν. Μα πού ήταν ο Μηνάς. Και το καΐκι κι αυτό άφαντο. Περασμένες δώδεκα. Οι γυναίκες απόκαμαν. Έγειραν κι αυτές με τα παιδιά. Καθόμουν κατάχαμα στην άμμο και κάπνιζα. Κάτι μ’ έτρωγε μέσα μου. Μια ανησυχία κλωθογύριζε τα σωθικά μου. Κάτι θα πήγε στραβά, δεν μπορεί. Ο Μηνάς μου το χρώσταγε. Πού χάθηκε… Απόκαμα. Κι εγώ άνθρωπος είμαι. Άφησα το σώμα μου στην άμμο. Ένιωσα μια γλύκα να με τυλίγει.  Κοίταγα τ’ άστρα. Τα κοίταγα από παιδί. “Μόλις δεις να πέφτει ένα άστρο, κάμε μιαν ευχή. Πιάνει.” Έτσι έλεγε η μάνα μου. Θα ’κανα τρεις ευχές. Να φανεί ο Μηνάς, να φανεί ο Μηνάς, να φανεί το καράβι… Τίποτα.

Βαθιά χαράματα, μας βρήκαν μουσκεμένους στο απάγκιο. Με είχε πάρει ο ύπνος ο βαρύς. Έτσι που αφέθηκα ολονυχτίς… Η σκουντιά μου έκοψε τη χολή. Πάει θα μας σκοτώσουν. Έχωσα το κεφάλι στα χέρια και περίμενα. Κάτι μου ’λεγε ψιθυριστά μια φωνή. Αναθάρρησα. Μου φάνηκε γνώριμη. Όχι δεν ήταν ο Μηνάς. Σήκωσα το κεφάλι κι άνοιξα τα μάτια. Ανατρίχιασα. Ο άνθρωπος με το κασκέτο. “Μη μας κάνεις κακό, φτωχοί άνθρωποι είμαστε…” Μου έκλεισε το στόμα. “Μη φοβάσαι θα σου εξηγήσω.” Έκανε μια με το τσακμάκι του και μια βάρκα φάνηκε πίσω από το βράχο, στα ρηχά. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Αυτός κι άλλος ένας τραβήξαν κουπί. Το καΐκι ήταν καλά κρυμμένο. Ο Μηνάς μόνο που δεν έκλαψε, έτσι που μας είδε. Τη μηχανή την αφήσαμε…

Πρώτη μου φορά έβλεπα μια τέτοια γαλήνη. Ούτε κύμα ούτε τίποτα. Έκανα να γυρίσω να δω. Τρωγόμουν. Μια ιδέα σαν λεπίδα πέρασε ξυστά από τα μάτια μου, όχι μην κοιτάς πίσω, μπροστά να κοιτάς. Έστησα αφτί. Τίποτα. Μόνο η μηχανή  ακουγόταν. Η Ραφήνα με την ώρα ξεθώριαζε στο μυαλό μου. Πια ούτε φως  θα φαινόταν ούτε τίποτα. Το πολύ ο λιμενάρχης, κοιτώντας τα χαρτιά του, να τους έλεγε “Ψαροκάικο είναι” και θ’ αράδιαζε ένα όνομα στην τύχη κι άλλο ένα για τον καπετάνιο. Να ’ναι καλά.

Η μηχανή ακουγόταν το ίδιο δυνατά. Τη συνήθισα. Κοίταγα τον Μηνά. Καθόταν στην πλώρη και συνέχεια έβλεπε το άστρο. Κάπου κάπου σήκωνε το χέρι του κι έκανε σημάδια στον Μαθιό που τιμόνευε.  Κανένας δεν έβγανε άχνα. Τα παιδιά δεν άργησαν να κλείσουν τα μάτια τους. Ούτε οι γυναίκες. Έκοβα τον μπάρμπα Λεωνίδα να κοιτά εκείνον με το κασκέτο. Δεν ήταν λίγο. Ένα μάτσο λεφτά του πήρε. Κάτι περίμενα να συμβεί. Να ’δινε μια εξήγηση, κάτι να ’λεγε. Τίποτα. Ο μπάρμπας άρχισε να ταράζεται. Έξυνε τα ’αφτί του συνέχεια και κάθε τόσο μου ’ριχνε ματιά φαρμάκι, κάνε κάτι, πες κάτι. Τον ήξερα, μα  τι να πω, φοβόμουν μη γίνει σαματάς στο καΐκι, κι η Άντρος ήταν ακόμη μακριά. Του ’γνεψα, κάνε υπομονή, κατάλαβε.

Ο άλλος κοίταε το γιαλό αμίλητος. Κι αφημένος. Πού να ’τρεχε το μυαλό του, ποιος ξέρει. Μυστήριο.  Στην Αγία Παρασκευή, στο μπλόκο, με τους Γερμανούς και τώρα στο δρόμο της φυγής. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, έσκυψε στο αφτί του Μηνά, κάτι του ’πε κι εκείνος φάνηκε να συμφωνεί. Λαχτάρισα. Στη μέση της θάλασσας μην τύχει και κάτι μας βρει. Δύσκολοι καιροί. Ξανακοίταξα προς τον Μηνά. Δεν μπορεί, μου χρώσταγε, τι πάρε δώσε να ’χε αυτός με τον άλλο. Κάποια στιγμή μου ’γνεψε. Ξαφνιάστηκα, τι να με θέλει που μιλιά δεν έβγαλε τόσην ώρα. Έκανα να σηκωθώ, παραπάτησα. Η θάλασσα φούσκωνε, τι την έπιασε ξαφνικά. Καλά πηγαίναμε Πιάστηκα από ’να σκοινί, “Tι με θέλεις” τον ρώτησα. Με κοίταξε μια, κατάλαβα πως κάτι πήγαινε στραβά.“Το παλικάρι σάς έσωσε. Στην Αγία Παρασκευή θέατρο έπαιζε. Τους Γερμανούς, τους μπούκωσε χρήμα, εκείνοι κατάλαβαν, είδαν τις γυναίκες και τα παιδιά, γλυτώσατε. Μη ζητάς ρέστα, κοιτώ τόσην ώρα τον μπάρμπα Λεωνίδα, μην τρελαθούμε, πες του δύσκολοι είν’ οι καιροί πρέπει κι εμείς να κάνουμε το κουμάντο μας.” Ταράχτηκα. Ο Μηνάς που μου χρώσταγε, τότε με τον Βιτόριο στα Τουρκοβούνια… Έκανα να του πω, μάτωσα τη γλώσσα μου.

Κάβο ντόρο είναι αυτό δεν έχει παίξε γέλασε. Η θάλασσα φούσκωνε, αντρειευόταν. Κοίταξα τον μπάρμπα Λεωνίδα, μου ’γνεψε μη φοβάσαι, εγώ ταράχτηκα τα παιδιά έλεγα μέσα μου τα παιδιά, για μένα δε με νοιάζει. Το κύμα ορθωνόταν κι έσκαγε  στην πλώρη σαν ζωντανό να μας σκοτώσει ήθελε, όλο δαγκωνόμουν μη ρωτήσω, μη φωνάξω, α ρε μπάρμπα που όλο στην Άντρο, στην Άντρο έλεγες με τα μποστάνια, σάματι στου Γκύζη τι θα παθαίναμε. Τα κουφάρια θα τα συνηθίζαμε, όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος δόξα σοι ο θεός. Και τα κάρα του δήμου. Ο Μηνάς αμίλητος κοίταγε ίσια μπροστά, το άστρο ευτυχώς φαινόταν κι ο Μαθιός ο παραγιός δεν έβγανε άχνα μόνο τιμόνευε. Θα είπα εκατό φορές το πατεριμί και ’κει που σκέφτηκα πάει, γλιτώσαμε, “Θεέ μου” φώναξα μες στις στριγκλιές των γυναικών, έτσι που έγειρε ξαφνικά το καΐκι κι ένα θεριό στον πήδο του απάνω μας έφερε μέσα όλη τη θάλασσα κι αρχίσαν τα παιδιά το κλάμα, ένας σαματάς, να το τέλος, χανόμαστε και ξαναβούτηξε μες στο αγριεμένο πέλαγο το θεριό, “Δέλφινας, δέλφινας είναι, φώναζε ο Μηνάς, να κάτσετε καλά δεν είναι φόβος κανένας.”

Πέρασε. Δέλφινας ήταν. Πέρασε. Μα οι γυναίκες συνέχεια σταυροκοπιούνταν και κρυφά ψιθύριζαν και ’ταζαν  στον Άι Νικόλα και στην Παναγία τη Θαλασσινή. Δεν τις άκουγα, μα ένιωθα  τα λόγια τους. Κοίταξα πίσω στον Μαθιό που τιμόνευε με τη ματιά καρφωμένη στον Μηνά. Χτυποκάρδισα. Πού είναι αυτός με το κασκέτο, τώρα δα καθόταν δίπλα μου κι ανάσαινε βαριά, σκιασμένος μου φάνηκε, ο σαματάς ήταν μεγάλος. Έκανα κάτι να πω, με άρπαξε από τον ώμο ο μπάρμπα Λεωνίδας. Κανένας δεν είδε ούτε κι άκουσε με το κακό που μας βρήκε βαθιά χαράματα, λίγο πριν φανεί ο φάρος στη μύτη του όρμου…

14 Αυγούστου 2011

Ο συγγραφέας  Μάριος Μιχαηλίδης εργάζεται ως φιλόλογος στα Εκπαιδευτήρια Δούκα.

Τελευταίο του βιβλίο, «Ο Ανακριτής» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης)

Το διήγημα «Η φυγή» ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων  «Δώδεκα αφηγηματικές γραφές».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: