Οι παρενέργειες της γλωσσομάθειας στη νηπιακή ηλικία

 Αναμφίβολα, η γλωσσομάθεια είναι ένα από τα ισχυρότερα ’όπλα’ κάθε ανθρώπου και ειδικά στη σημερινή εποχή, όπου οι συνθήκες της καθημερινής ζωής διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων όλων των χωρών.  Συνεπώς, όσες περισσότερες γλώσσες γνωρίζει κανείς, τόσο ευκολότερα επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του.

Την αναγκαιότητα της γνώσης ξένων γλωσσών, πέραν της μητρικής, την είχαν ήδη επισημάνει όλοι οι αρχαίοι λαοί.  Δεν διευκόλυνε μόνον τις εμπορικές συναλλαγές αλλά και τις διπλωματικές συνεννοήσεις.  Η γνώση ξένων γλωσσών βοήθησε στην εξάπλωση των επιστημών και όχι μόνον.

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών βέβαια δεν είναι εύκολο πράγμα.  Υπάρχουν άνθρωποι που μαθαίνουν εύκολα ξένες γλώσσες, όπως επίσης υπάρχουν άνθρωποι που δε μαθαίνουν καμία ξένη γλώσσα. Το βέβαιο είναι ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος εκμάθησης είναι από τη νεαρή ηλικία.  Στις περιπτώσεις δε, όπου η εκμάθηση δύο ή και τριών γλωσσών είναι απόρροια της σύζευξης δύο ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων, τότε έχουμε την περίπτωση πολλαπλών ’μητρικών’ γλωσσών. Και βέβαια αυτοί οι γλωσσομαθείς έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι των άλλων.  Η αλήθεια είναι ότι η γλώσσα την οποία τελικά τελειοποιούν είναι αυτή της χώρας στην οποία ζουν.  Το κατά πόσον διατηρεί ή και εμπλουτίζει κανείς τη γλωσσομάθειά του είναι αμιγώς προσωπική υπόθεση και επιλογή και ως προς αυτό δε διαφέρουν οι γλωσσομαθείς από νηπιακή ηλικία από τους υπόλοιπους.

Το πρόβλημα η παρενέργεια της γλωσσομάθειας από νηπιακή ηλικία έγκειται κυρίως στο ότι το παιδί συχνά κάνει μίξη των γλωσσών με αποτέλεσμα άλλοτε να αντιμετωπίζεται ως ‘εξωγήινος‘ από τους συνομήλικούς του κι άλλοτε ως παιδί που έχει ανάγκη να εντείνει τις προσπάθειές του στα μαθήματα, από τους δασκάλους/καθηγητές του.  Και σε ό,τι αφορά στο πρώτο είναι λίγα αυτά που μπορεί να κάνει κανείς, αλλά στην περίπτωση των δασκάλων/καθηγητών θα πρέπει οι γονείς να εντοπίσουν ποιο είναι (κι αν τελικά υπάρχει) κάποιο πρόβλημα.

Η γλωσσομάθεια αυτή καθαυτή διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες κάθε ανθρώπου, συνεπώς και ενός παιδιού.  Κατά τούτο λοιπόν, θα πρέπει να προστατεύεται το παιδί από τυχόν επιτηδείους οι οποίοι με πρόσχημα την, όντως πιθανή, μη επαρκή γνώση της  μητρικής γλώσσας επιτείνουν την πιθανότητα περιθωριοποίησης του παιδιού και του δημιουργούν συμπλέγματα, όταν στην πραγματικότητα δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας.

Παρενέργειες που αναφέρονται σε συγγράμματα, στο διαδίκτυο αλλά και αλλού, ότι δηλαδή το παιδί τελικά ρίχνει το βάρος του στη γλώσσα που θεωρεί καλύτερη έναντι άλλης (ποια θα είναι αυτή άραγε;  τα Αγγλικά έναντι των Ελληνικών, τα Αραβικά έναντι των Γαλλικών;) πιστεύω πως όχι μόνον δεν υφίστανται, αλλά αγγίζουν τη σφαίρα της παραφιλολογίας.

Λυδία Βαλδεσέρα (Α2 Λυκείου)

Advertisements
This entry was published on Νοέμβριος 24, 2011 at 8:41 ΜΜ and is filed under Αρχική Σελίδα. Bookmark the permalink. Follow any comments here with the RSS feed for this post.
Αρέσει σε %d bloggers: