Κ. Θεοτόκης: «Η Τιμή και το Χρήμα»

Στo πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου, και ειδικότερα μετά τη μελέτη της νουβέλας του Κ. Θεοτόκη: ¨Η Τιμή και το Χρήμα¨,  μαθητές της Β’ Λυκείου ανέλαβαν, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου κ. Γ. Νταουλτζή, να συνεχίσουν, να προεκτείνουν τον μύθο του εν λόγω βιβλίου υπό τον τίτλο ¨Δέκα χρόνια μετά…¨.

Οι συμμαθητές μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό!

Κάθε εβδομάδα, λοιπόν, θα αναρτούμε στην εφημερίδα του σχολείου μας δύο ιστορίες των συμμαθητών/τριών μας.

Απολαύστε τες!!

Η συντακτική ομάδα

«Δέκα χρόνια μετά…»Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ1ΕΦΗΜ

Eίχαν περάσει κιόλας δέκα ολόκληρα χρόνια από τότε που η Ρήνη είχε δει για τελευταία φορά τον Ανδρέα. Η Ρήνη είχε μεγαλώσει πια και οι ρυτίδες στο πρόσωπο της ήταν πια εμφανείς. Στην Αθήνα είχε δημιουργήσει μια πιο όμορφη και καλή ζωή για εκείνη και για τον δεκάχρονο πια Δημητράκη, τον καρπό του έρωτά της με τον Ανδρέα, με τον οποίο  η ομοιότητα ήταν φοβερή. Η Ρήνη είχε περάσει από αμέτρητες δουλειές για να μεγαλώσει το παιδί της σαν πρίγκιπα, από καθαρίστρια σε σπίτια πλουσίων Αθηναϊκών οικογενειών μέχρι εργάτρια σε εργοστάσιο επεξεργασίας πατάτας. Όμως κατάφερε μετά από σκληρή δουλειά και υπομονή να γίνει γραμματέας ενός  μεγάλου επιχειρηματία της εποχής. Μα πώς; Ο ζήλος της και η εργατικότητά της τράβηξαν αμέσως την προσοχή του επιχειρηματίαέσωσ οχή του επιχειρηματία άμεσαμητρ, ο οποίος  φρόντισε για το μέλλον της Ρήνης και του Δημητράκη.

`           Ο Ανδρέας είχε παντρευτεί και είχε μείνει πια χήρος  χωρίς παιδιά αλλά με αρκετά λεφτά… Από το μυαλό του η Ρήνη δεν βγήκε ποτέ. Ούτε αυτή ούτε η σκέψη του παιδιού του το οποίο ποτέ δεν πήρε στην αγκαλιά του. Τώρα μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια ο Ανδρέας αναγκάζεται να πάει στην Αθήνα για μια επαγγελματική υποχρέωση με έναν επιχειρηματία-θρύλο της εποχής.

Ο κύριος Κουρκουμπάς, το αφεντικό της Ρήνης, την είχε ενημερώσει για τη έλευση ενός συνεργάτη του από το νησί της Κέρκυρας, τον οποίο η Ρήνη θα έπρεπε να παραλάβει από το λιμάνι του Πειραιά το απόγευμα την Πέμπτης. Από το μυαλό της Ρήνης δεν Πέρασε ούτε για μια στιγμή ότι αυτός ο καλεσμένος  θα μπορούσε να είναι ο Ανδρέας…

Είχε φτάσει  πια η Πέμπτη και η Ρήνη ξεκίνησε για το λιμάνι του Πειραιά. Ο καιρός ήταν ανάστατος, ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και απ’ ότι φαινόταν θα έβρεχε αρκετά σύντομα. Το πλοίο έφτασε στην ώρα του και οι επιβάτες βγήκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να αποφύγουν την επικείμενη βροχή. Η Ρήνη διέκρινε έναν ψηλό άνδρα με σταθερό και αργό βήμα με βλέμμα χαμένο να ψάχνει κάτι. Αμέσως κατευθύνθηκε προς το μέρος του και τον ρώτησε ευγενικά αν ήταν εδώ για τον κύριο Κουρκουμπά. Αυτός αποκρίθηκε καταφατικά και τότε η ευγενική κοπέλα του συστήθηκε και τον οδήγησε στο χώρο διαμονής του. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο Ανδρέας ή κύριος Μαραβάς (είχε πάρει το επώνυμο της γυναίκας του) παρατηρούσε ασταμάτητα την Ρήνη η οποία ένιωθε τα δυο μαύρα μάτια του Ανδρέα κατά πάνω της. Μόλις αποχαιρετίστηκαν μπροστά από το ξενοδοχείο του κάτω από τις σταγόνες της βροχής, ο Ανδρέας είπε στον εαυτό του. «Η μοίρα με φέρνει πάλι κοντά με την πολυαγαπημένη μου Ρήνη! Λες αυτή να με αναγνώρισε;»

Η αλήθεια είναι πως όχι, η Ρήνη δεν είχε αναγνωρίσει τον Ανδρέα γεγονός που συνειδητοποίησε ο Ανδρέας την επόμενη μέρα που πήγε να συναντήσει τον επιχειρηματία στο γραφείο του. Η Ρήνη  του συμπεριφερόταν τυπικά αλλά πάντα με ευγένεια.

Τότε μια ιδέα πετάχτηκε στο μυαλό του απογοητευμένου άνδρα, που νόμιζε πως ο έρωτας της ζωής του τον είχε ξεχάσει. Να κερδίσει τη καρδιά της Ρήνης από την αρχή και να της δείξει ότι ο ερωτάς τους είναι αληθινός και ξεπερνά χρόνια, προκαταλήψεις και λεφτά.

Έτσι ο Ανδρέας άρχισε να πλησιάζει την Ρήνη μέρα με τη μέρα και να την κάνει να τον ερωτεύεται από την αρχή. Υπήρχαν στιγμές που η Ρήνη έβλεπε στον ‘νέο’ Ανδρέα  τον παλιό της έρωτα ο οποίος της συμπεριφέρθηκε ως αντικείμενο φτηνής συναλλαγής όμως είχε πει στον εαυτό της ότι δεν θα αφήσει κανέναν να τη πληγώσει ξανά. Η Ρήνη είχε ερωτευτεί τον Ανδρέα πια για τα καλά μέχρι που του γνώρισε και τον γιο της, τον Δημήτρη.

Μπορεί η Ρήνη αυτή τη συνάντηση να τη θεώρησε αναγκαία αλλά για τον Ανδρέα ήταν καθοριστική αφού για πρώτη φορά έβλεπε το γιο του χωρίς να μπορεί να του πει ότι είναι ο πατέρας του!

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό για τους ερωτευμένους αν και οι τύψεις κατέκλυζαν τον Ανδρέα μέχρι που μια μέρα…Κ. Θεοτόκης Η τιμή και το χρήμα2

Ο Ανδρέας πήρε την απόφαση  να αποκαλυφθεί επιτέλους και να πει όλη την αλήθεια στη Ρήνη. Έτσι της ζήτησε να συναντηθούν και της είπε με ήρεμη και σταθερή φωνή:

– Ρήνη πρέπει να σου πω κάτι αλλά θέλω να μου υποσχεθείς κάτι πρώτα!

– Τι Ανδρέα μου πες μου! Ανησυχώ μήπως έπαθες κάτι.

– Πες μου θα μ’ αγαπάς για πάντα ότι και να γίνει!

– Φυσικά! Μα πες μου τι έχεις πάθει τώρα και μου λες αυτά τα πράματα;

– Κοίτα Ρήνη… Εγώ είμαι ο Ανδρέας …

– Ναι αυτό το ξέρω!

– Δεν νομίζω Ρήνη μου…

Η Ρήνη τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και είπε δακρυσμένη

– Ανδρέα;  Ανδρέα εσύ είσαι;

– Ναι Ρήνη μου εγώ! Συγγνώμη για τότε… δεν σου φέρθηκα σωστά αλλά κατάλαβα το λάθος μου και πόσο σ’ αγαπώ.

– Όχι Ανδρέα όχι!!!! Γιατί να με κοροϊδέψεις πάλι; Γιατί;;; Και εγώ σου γνώρισα και το παιδί μου…

– ‘Μας’  Ρήνη…παιδί μας!!!

– Δεν του αξίζει να είναι παιδί σου. Φύγε!!!

– Όχι Ρήνη αυτή τη φορά δεν φεύγω δεν πάω πουθενά !!!

-Μα δεν το πιστεύω αυτό που μου ’κανες. Τότε θα φύγω εγώ.

– Όχι Ρήνη όπου πας να ξέρεις θα σε ακολουθήσω, σε όποιο βουνό και αν ανέβεις θα σε περιμένω, όποιο ρυάκι και αν βαδίσεις θα είμαι εκεί! Να το θυμάσαι!

Τότε η Ρήνη συνειδητοποίησε πόσο σημαντικός είναι για εκείνη ο Ανδρέας  και αποφάσισε να ζήσει επιτέλους ό,τι δεν έζησε τόσο καιρό… Το έρωτα.

                                                                   Τσινώνη Χριστιάννα ΛΒ΄1

Η Τιμή της ΑγάπηςΈνα ανοιξιάτικο Σαββατιάτικο πρωινό που ο ήλιος έλαμπε, δέκα χρόνια μετά από την τελευταία συνάντηση και το τελευταίο βλέμμα ανάμεσα στη Ρήνη και στον Ανδρέα επρόκειτο να γίνει μια καινούρια αλλά αναπάντεχη συνάντηση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα. Βρισκόμαστε στην Αθήνα όπου η Ρήνη έχει παντρευτεί έναν άνδρα, ο οποίος δεν είχε κανένα πρόβλημα με το παιδί που είχε ήδη η Ρήνη και μάλιστα το αντιμετωπίζει ως δικό του, με τον οποίο έκανε άλλα δύο παιδιά και τώρα πηγαίνει σε ένα συγκεκριμένο και γνωστό μαγαζί στο κέντρο της πόλης, στη περιοχή της Ομόνοιας, για να αγοράσει ορισμένα μπαχαρικά και βότανα τα οποία κατά τη γνώμη της είναι απαραίτητο να υπάρχουν στη κουζίνα μιας καλής νοικοκυράς. Τα παιδιά της όποτε υπήρχε η ανάγκη τα άφηναν με  μία βρεφοκόμο την οποία και πλήρωνε ο  άνδρας της Ρήνης παρόλο που πολλές φορές δεν συμφωνούσε με  τις τέτοιου είδους εξόδους της γυναίκας του από το σπίτι. Επιπροσθέτως αν και η δεκαετία αυτή έχει επιδράσει πάνω της και την είχε αλλάξει, παρόλα αυτά παραμένει μια χαμογελαστή, πρόσχαρη και γλυκιά γυναίκα η οποία με διαρκή και ακατάπαυστο αγώνα προσπαθεί να δώσει τα καλύτερα εφόδια στα παιδιά της, να τα μεγαλώσει όσο πιο σωστά εκείνη και ο άντρας της μπορούν και να διατηρήσει ένα ήρεμο οικογενειακό κλίμα.

Από την άλλη πλευρά ο Ανδρέας έκανε και εκείνος με τη σειρά του οικογένεια και δύο παιδιά με την καινούρια του γυναίκα, την Έλλη, στην Κέρκυρα και πλέον φοβούμενος το ότι ενδέχεται να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση πολλών ετών (οι νόμοι έχουν αλλάξει και έχουν γίνει περισσότερο αυστηροί σε τέτοιου είδους περιστατικά) σταμάτησε το λαθρεμπόριο και γενικότερα ό,τι αφορούσε στις παράνομες συναλλαγές. Πλέον οι κύριες πηγές εσόδων για εκείνον και την οικογένειά του είναι το ψάρεμα αλλά και το εμπόριο μπαχαρικών, βοτάνων και λαχανικών, προϊόντων τα οποία σε μεγάλο βαθμό αγοράζει από εμπόρους στη περιοχή του κέντρου της Αθήνας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκεται στην Αθήνα αυτό το Σαββατοκύριακο. Επίσης όπως και στο παρελθόν (προ δεκαετίας στο νησί της Κέρκυρας) θεωρεί ότι σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο η γυναίκα του δεν πρέπει να εργάζεται εκτός του σπιτιού αλλά αντιθέτως το μόνο για το οποίο θα πρέπει να ενδιαφέρεται είναι η ανατροφή των παιδιών της οικογένειας καθώς και η φροντίδα του σπιτιού και ως εκ τούτου και του νοικοκυριού της.

Όσο αφορά λοιπόν στη συνάντηση των δύο ατόμων: η Ρήνη μετά από λίγη ώρα αναζήτησης, μιας και δεν έχει ξαναπάει ποτέ στο συγκεκριμένο μαγαζί αλλά το έχει ακουστά από γειτόνισσες και φίλες που έχει αποκτήσει όλο αυτό το διάστημα που διαμένει στη πρωτεύουσα, το βρίσκει, μπαίνει μέσα σε αυτό, αγοράζει τα μπαχαρικά και τα βότανα που θέλει, και εξέρχεται με ευχαρίστηση  και με μία γενικότερη εύθυμη διάθεση από εκεί. Ο Ανδρέας από τη πλευρά του επιλέγει να προμηθευτεί τα προϊόντα που επιθυμεί από ένα κατάστημα στον ίδιο δρόμο όμως λίγα μέτρα παρακάτω από το μαγαζί από το οποίο αγόρασε η Ρήνη ό,τι επιθυμούσε. Και εκείνος με τη σειρά του προμηθεύεται αυτά που  επιθυμεί και βγαίνει με τους σάκους των προϊόντων στα χέρια ανηφορίζοντας τον δρόμο με σκοπό να τα τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του και να φύγει, ώσπου βλέπει τη Ρήνη να προχωρά, αφήνει τους σάκους στο δάπεδο και φωνάζει το όνομά της πολλές φορές και δυνατά, ώστε να γίνει αντιληπτός.Η Τιμή της Αγάπης1

Εκείνη γυρνά, τον βλέπει και παγώνει, αφού προφανώς και για κανένα λόγο δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη, ενώ στη συνέχεια αυξάνει τη συχνότητα του βήματος της, για να μπορέσει να τον αποφύγει αλλά εκείνος τρέχει και τελικά την προλαβαίνει. Ο πρώτος που αρχίζει τη συζήτηση είναι ο Ανδρέας ρωτώντας τη  τόσο για το τι κάνει στη περιοχή αυτή όσο για εκείνη και το παιδί του αλλά και για το αν τελικά παντρεύτηκε. Η Ρήνη με τη σειρά της δεν φαίνεται να είναι και πολύ ευχαριστημένη και χαρούμενη που τον συναντά (επειδή θυμάται ότι για εκείνον υπήρξε ένα μέσο για να αποκτήσει χρήματα για να ξεχρεώσει το σπίτι του αλλά και γιατί λόγω εκείνου έχασε τη τιμή της στη Κέρκυρα και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί από τον τόπο γέννησης και καταγωγής της)  αλλά παρόλα αυτά απαντά στον Ανδρέα λέγοντας πως έχει έρθει για να αγοράσει μερικά μπαχαρικά και βότανα από ένα μαγαζί εκεί κοντά και πως και εκείνη αλλά και το παιδί είναι πολύ καλά και πως είναι παντρεμένη έχοντας άλλα δύο παιδιά. Με την σειρά της τον ρωτά τι έχει έρθει να κάνει εκεί και το τι έκανε κι εκείνος στη ζωή του τόσα χρόνια που περάσανε, με τον Ανδρέα να απαντά πως έκανε οικογένεια, σταμάτησε το λαθρεμπόριο και πλέον εμπορεύεται διάφορα λαχανικά, φρούτα, βότανα και μπαχάρια τα οποία αγοράζει από ένα μαγαζί λίγο πιο δίπλα και στη συνέχεια τα μεταφέρει στο νησί για να τα εμπορευθεί.

Ο Ανδρέας στη συνέχεια λέει στην Ρήνη πως επιθυμεί να μάθει λίγα στοιχεία και μερικές πληροφορίες για το παιδί του και για αυτό της προτείνει να καθίσουν κάπου να συζητήσουν για λίγη ώρα και η Ρήνη ως ευαίσθητος και συναισθηματικός χαρακτήρας, που ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα και τις έννοιες  των άλλων, ενδίδει και δέχεται τη πρόταση του Ανδρέα. Αφού βέβαια μεσημέριαζε επέλεξαν να καθίσουν σε ένα φθηνό ταβερνάκι ώστε παράλληλα με συζήτηση να μπορέσουν να τσιμπήσουν και κάτι. Η συζήτηση άρχισε δίνοντας ο καθένας από την πλευρά του όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για την οικογένεια και τον τρόπο ζωής του και στη συνέχεια επικεντρώθηκε στο δεκάχρονο πλέον κοριτσάκι που είχαν αποκτήσει μαζί η Ρήνη και ο Ανδρέας το οποίο είχε ονομαστεί Μαρία, ένα όνομα που όπως φάνηκε άρεσε αρκετά και στον Ανδρέα.

Αφού κουβέντιασαν, ήπιαν και έφαγαν, ο Ανδρέας ζήτησε από την Ρήνη αν μπορούσε να συναντηθούν και κάπου το βράδυ ξανά μόνοι τους αυτή τη φορά όμως όχι για κουβέντα και επιπλέον πρόσθεσε το γεγονός ότι θα μπορούσε να παρατήσει την οικογένειά του, ώστε να ζήσουν μαζί ξανά και να κάνουν όπως τόνισε ο ίδιος μια καινούρια αρχή, φανερώνοντας έτσι τη δεύτερη πλευρά του εαυτού του, η οποία είχε παραμείνει ίδια και απαράλλακτη και δήλωνε την επιπολαιότητα, την ανευθυνότητα και την μηδαμινή ένδειξη  σεβασμού και αληθινού ενδιαφέροντος, τόσο για την δικιά του οικογένεια όσο και για την οικογένεια της Ρήνης αλλά και για την Ρήνη ειδικότερα.

Η Ρήνη αηδιασμένη από τα όσα άκουσε απηύθυνε τον λόγο στον Ανδρέα απαντώντας του ότι είναι ένας πραγματικά άθλιος ο οποίος για το μόνο για τα οποία ενδιαφέρεται είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστησή του με τις γυναίκες τις οποίες μετά παρατάει και από τις οποίες προσπαθεί να αποκομίσει χρήματα (μέσω προίκας και άλλων διαδικασιών) χωρίς να τον νοιάζουν, καθώς και το να βρει διάφορους τρόπους ώστε να πλουτίσει και να γεμίσουν οι τσέπες του με χρήματα τα οποία, όπως ακριβώς είπε, δεν έχουν ίχνος συναισθήματος για αυτό και ταιριάζουν με εκείνον. Κλείνοντας πρόσθεσε πως δεν επιθυμούσε να τον ξανασυναντήσει στη ζωή της για κανένα λόγο και για καμιά αιτία, να αφήσει ήσυχη τη νεαρή Μαρία για να μεγαλώσει σε ένα υγιές και πραγματικά οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον και φαίνεται να μην έχει αλλάξει καθόλου ο χαρακτήρας της αφού διακρίνεται η περηφάνια που δηλωνόταν και τότε, την εποχή που ζούσε στο νησί, με την συμπεριφορά της, επειδή τώρα πριν φύγει από το ταβερνάκι αφήνει το χρηματικό ποσό που κόστιζε το γεύμα τους πάνω στο τραπέζι.

Η Τιμή της Αγάπης3Πράγματι η επιθυμία της Ρήνης έγινε πραγματικότητα αφού σε όλη την υπόλοιπη ζωής της δεν ξανασυνάντησε και δεν ξαναέμαθε νέο του Ανδρέα παρόλο που πήγε και στη Κέρκυρα να δει τη μητέρα της, τον πατέρα της και τα αδέρφια της. Τα παιδιά βεβαίως μεγάλωσαν και όταν η Ρήνη διαπίστωσε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή είπε όλη την αλήθεια χωρίς καμία παράλειψη και κανένα δισταγμό στη κόρη της τη Μαρία για το ποιος είναι ο αληθινός της πατέρας αλλά και για το γενικότερο πλαίσιο κατά το οποίο έγινε ο χωρισμός τους.

Η Μαρία αν και στην αρχή στενοχωρήθηκε και συγκινήθηκε μαθαίνοντας την αλήθεια στη συνέχεια ευχαρίστησε τη μητέρα της για το γεγονός ότι έμαθε τη πραγματικότητα  και συνέχισε να αγαπά ως αληθινό πατέρα της τον άνδρα που είχε παντρευτεί η Ρήνη (το όνομά του ήταν Μιχάλης. )

Όλα τα παραπάνω περιστατικά που διαδραματίστηκαν εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα στο κέντρο της Αθήνας έδειξαν πως ο Ανδρέας ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει αφού παραμένει ο ίδιος συμφεροντολόγος, αναίσθητος και επιπόλαιος άνδρας που υπήρξε και πριν το πέρασμα των δέκα αυτών χρόνων στο νησί της Κέρκυρας.

Από την άλλη  πλευρά   Ρήνη φαίνεται να είναι και εκείνη με τη σειρά της ίδια σε σχέση με τη περασμένη δεκαετία αφού σε καμία περίπτωση δεν δέχεται να παρατήσει την οικογένειά της για ένα καπρίτσιο του Ανδρέα και για αυτό χαρακτηρίζεται ως ηθικός, αξιοπρεπής και σταθερός στις αρχές και στα ιδανικά από τα οποία έχει γαλουχηθεί και καλλιεργηθεί ως χαρακτήρας ενώ παράλληλα είναι μια περήφανη και παράλληλα δυναμική γυναίκα για την εποχή της, διότι πληρώνει το γεύμα της για εκείνο το μεσημέρι και αφήνει τον Ανδρέα μόνο στην ταβέρνα εκείνη.

 

Τσούγκος Κωνσταντίνος ΛΒ΄1

 

Advertisements
This entry was published on Μαρτίου 24, 2013 at 12:06 ΜΜ and is filed under Αρχική Σελίδα. Bookmark the permalink. Follow any comments here with the RSS feed for this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: