Κ. Θεοτόκης: Η τιμή και το χρήμα.. Δέκα χρόνια μετά..

Στο πλαίσιο του μαθήματος  Νεοελληνική Λογοτεχνία  Β΄ Λυκείου, οι μαθητές του τμήματος Β1 και Β2 Λυκείου, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου τους  Γ. Νταουλτζή,  μελέτησαν τη νουβέλα του Κ. Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα» και αποφάσισαν να εκφραστούν λογοτεχνικά.. Έδωσαν λοιπόν τη δική τους συνέχεια στο έργο, υπό τον τίτλο Δέκα χρόνια μετά..

Αθήνα. 1925. Η Ρήνη 29 χρονών τώρα, έφυγε από την Κέρκυρα τον Νοέμβρη του 1914 για να γεννήσει το παιδί που είχε στα σπλάχνα της από τον Ανδρέα, και για να αναζητήσει μια ζωή καλύτερη και ανεξάρτητη, καθώς όπως έλεγε κι εκείνη, είναι δουλεύτρα. Έτσι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε ένα μικρό αλλά με τα απαραίτητα σπίτι. Στις 9 Μαΐου του 1915 γέννησε ένα κατάξανθο κοριτσάκι με καφετί μάτια, το οποίο και ονόμασε στη συνέχεια Αυγή. Η Ρήνη είχε βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο παρασκευής σοκολάτας και  δούλευε εκεί τις πρωινές ώρες όταν η Αυγή ήταν στο σχολείο.

Τον Φεβρουάριο του 1917 γνώρισε τον Γιάννη Σκορδίλη, ο οποίος ήταν γιατρός. Την ερωτεύτηκε και μέσα σε ένα χρόνο παντρεύτηκαν. Η Ρήνη σταμάτησε να εργάζεται στο εργοστάσιο για να ασχοληθεί περισσότερο με τη κόρη της. Αγόρασαν ένα μεγάλο σπίτι στο κέντρο, στο Κολωνάκι και όλη η οικογένεια ήταν τρισευτυχισμένη. Ένα πρωί λοιπόν Κυριακής η Ρήνη κατέβηκε στο κέντρο της Αθήνας για να κάνει ψώνια καθώς σήμερα ήταν τα γενέθλια της κόρης της. Καθώς λοιπόν περπάταγε στο  λιθόστρωτο ακούει κάποιον να τη φωνάζει και να τρέχει προς το μέρος της. Γυρνάει και βλέπει μπροστά της τον Αντρέα.

Τα μάτια της είχαν γουρλώσει και τον επεξεργαζόταν από πάνω μέχρι κάτω. Κάποιον μου θυμίζει σκέφτηκε. Το πρόσωπο του έδειχνε ταλαιπωρημένο όπως και το σώμα του. Εκείνος είχε μείνει έκθαμβος από την ομορφιά της η οποία είχε διατηρηθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Και οι δύο είχαν μείνει έκπληκτοι. Ο Ανδρέας, της πρότεινε να τη κεράσει ένα γλυκό. Κάθισαν σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια. Πρώτα άρχισε να μιλάει η Ρήνη για όσα συνέβησαν αυτά τα δέκα χρόνια της ζωής της, για την πανέμορφη κόρη της, για τον γάμο της. Ο Ανδρέας παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Στη συνέχεια μίλησε αυτός, και της είπε ότι πλέον δεν ασχολείται με τη λαθρεμπορία, και ότι ήρθε στην Αθήνα για να ανοίξει ένα παντοπωλείο. Συνέχισαν την κουβέντα τους κάνοντας μία βόλτα. Η Ρήνη όμως του εξήγησε ότι έπρεπε να φύγει καθώς θα έκαναν ένα πάρτι-έκπληξη με τον άντρα της στη κόρη τους. Ο Ανδρέας της ζήτησε να δει την Αυγή σε μία φωτογραφία. Η Ρήνη είχε μία πάνω της και του την έδειξε. «Είναι πανέμορφη, όπως και η μητέρα της», είπε. Αμέσως μετά χαιρετήθηκαν και συμφώνησαν να τα ξαναπούν, κάποτε…

 

Αντωνιάδη Δανάη  Β1

H Ρήνη θέλοντας να αποφύγει όλα τα κακεντρεχή σχόλια που είχαν προκληθεί, αποφασίζει να ξενιτευτεί. Είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία. Επιθυμεί να κάνει μια νέα αρχή για εκείνη και το παιδί της χωρίς κανένας από τους καινούργιους ανθρώπους που θα συναναστρέφεται  να ξέρει το παρελθόν της. Αποχαιρετώντας την οικογένεια της φεύγει για την μεγαλούπολη, την Αθήνα, όπου είχε μια μακρινή θεία.

Φτάνει στην Αθήνα, αμέσως κατευθύνεται στην φτωχή κατοικία της θειας της την οποία η Σιόρα Επιστήμη είχε ενημερώσει ότι θα πήγαινε. Την επομένη μέρα, χωρίς να έχει μπορέσει να κοιμηθεί από την αγωνιά της, σπεύδει να ψάξει για δουλειά. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας γυρνά στο σπίτι απογοητευμένη, ανακοινώνοντας στην θεία της πως η εύρεση εργασίας απέτυχε. Χωρίς να το βάλει κάτω συνέχισε τις προσπάθειες, ώσπου βρήκε να εργάζεται ως μοδίστρα.

Αντιμετώπιζε πολλές οικονομικές δυσκολίες καθώς ο τρόπος ζωής της μεγαλούπολης ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν της Κέρκυρας. Γέννησε το παιδί της και τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμη πιο πολύ, αφού η θεία της ήταν πλέον ηλικιωμένη και δεν μπορούσε να προσέχει το παιδί τις ώρες που εκείνη δούλευε. Έτσι για τους πρώτους μήνες σταμάτησε την  δουλειά, αλλά στην συνέχεια  όλα κύλησαν όπως πρώτα.

Πέρασαν χρόνια, όμως η καθημερινότητα της παρέμεινε ίδια, το παιδί της μεγάλωνε όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνούσε. Κάποια μέρα πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Λαχταρούσε να ανταμώσει πάλι με τους γονείς της και αυτοί να γνωρίσουν την μονάκριβη της κόρη. Χαιρετά λοιπόν την αγαπημένη της, πλέον, θεία και κατευθύνεται προς το νησί της, χωράς ακόμη να ξέρει αν θα ήταν μόνιμη η προσωρινή η εγκατάσταση της, σ΄ όλο το ταξίδι αναπολούσε στιγμές από την μικρή της ηλικία. Όταν έφτασε έτρεξε με την κόρη της στο πατρικό της. Χτύπησε την πόρτα και μέσα σε δευτερόλεπτα η μητέρα της, της άνοιξε δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μπροστά της είχε την κόρη και την εγγονή της. Όσο και να είχαν μεγαλώσει οι γονείς της στα μάτια της ήταν ίδιοι. Η Ρήνη δεν ήθελε να ξαναγυρίσει στην Αθήνα, ήταν σίγουρη πλέον πως το υπόλοιπο της ζωής της ήθελε να το περάσει στην Κέρκυρα. Μετά από λίγες μέρες από την επιστροφή της στο νησί , και ενώ είχαν  περάσει δέκα χρόνια από τότε που είχε φύγει , πήγε μαζί με την κόρη της στο μπακάλικο. Ξαφνικά αντικρίζει τον Ανδρέα, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει ο ένας αναγνώρισε τον άλλον με την πρώτη ματιά. Η Ρήνη ένοιωσε εκείνο το συναίσθημα που είχε νοιώσει όταν τον είχε δει για πρώτη φορά. Ο Ανδρέας βλέποντας την μικρή του κόρη μετανιώνει ακόμη περισσότερο για όσα έγιναν και δεν έμεινα μαζί σαν ζευγάρι με την Ρήνη. Και οι δυο συνειδητοποιούν πως ποτέ δεν είχαν ξεπεράσει ότι ένοιωθαν ο ένας για τον άλλο.

Τέλος ο Ανδρέας μετά από όλα αυτά τα χρόνια σκληρής δουλειάς, έχοντας την οικονομική δυνατότητα, ζητά την Ρήνη σε γάμο. Εκείνη δέχεται, ο Ανδρέας αναγνωρίζει το παιδί τους και συνεχίζουν αγαπημένοι οι τρεις τους μια ευτυχισμένη ζωή.

 

Δεσποτοπούλου Εύα, B1

Advertisements
This entry was published on Ιανουαρίου 27, 2014 at 8:41 ΜΜ and is filed under Αρχική Σελίδα. Bookmark the permalink. Follow any comments here with the RSS feed for this post.
Αρέσει σε %d bloggers: