«Η τιμή και το χρήμα». Δέκα χρόνια μετά..

Στο πλαίσιο του μαθήματος  Νεοελληνική Λογοτεχνία  Β΄ Λυκείου, οι μαθητές του τμήματος Β1 και Β2 Λυκείου, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου τους  Γ. Νταουλτζή,  μελέτησαν τη νουβέλα του Κ. Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα» και αποφάσισαν να εκφραστούν λογοτεχνικά.. Έδωσαν λοιπόν τη δική τους συνέχεια στο έργο, υπό τον τίτλο Δέκα χρόνια μετά..

 

images       Δέκα χρόνια είχαν περάσει, θυμόταν η Ρήνη, από τότε που αλαφιασμένη και με μάτια υγρά είχε εγκαταλείψει το Μαντούκι, τα πατρικό της και όλους τους ανθρώπους που αγαπούσε για να σώσει την τιμή, μα πάνω από όλα το παιδί της. Δέκα χρόνια. Κι όμως ακόμη θυμόταν εκείνο το πρωινό που τα άφησε όλα πίσω. Θυμόταντη φωνή του πατέρα της που βούιζε στα αυτιά της όσο μάζευε σε ένα μπόγο τα ρούχα της: «Πάρ ’τον Ρήνη μου τον Αντρέα! Θα είσαι ευτυχισμένη. Σε δυστύχεψε η μάνα σου μα όλα διορθώνονται». Η φωνή του ήταν σταθερή. Ίσως το προηγούμενο βράδυ να μην είχε πιει. Θυμόταν τα αδέλφια της που κρατούσαν την ποδιά της και έκλαιγαν. Έκλαιγε και αυτή. «Θα είστε μια χαρά, θα δείτε!», τους είχε πει τότε. Θυμόταν ένα ζευγάρι μάτια, του Αντρέα, να την ακολουθούν καθώς έφευγε. Δεν είχε βγάλει μιλιά. Μόνο την κοίταζε. Το βλέμμα του γεμάτο προσμονή, μετά απογοήτευση. «Ποτέ δε πίστεψε ότι θα φύγω στα αλήθεια», είχε σκεφτεί τότε. Τα μάτια τους δε συναντήθηκαν, παρά μόνο όταν το πλοίο έφυγε. Τόλμησε τότε να τον κοιτάξει μία τελευταία φορά. Γνώρισε τη λυγερή του φιγούρα μες στο πλήθος. Στεκόταν ακίνητος και για μια στιγμή η Ρήνη νόμιζε ότι είδε ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλο του. Μα όχι. Θα ήταν απλώς ένα παιχνίδισμα του φωτός.             Όταν έφτασε στην Αθήνα τα μάτια της ήταν στεγνά. Είχαν στερέψει πια από δάκρυα. Είχε αποφασίσει τότε να μην ξανακλάψει ποτέ, μόνο από ευτυχία. Και να που τώρα, ένα ένα τα δάκρυα κυλούσαν στο λευκό της μάγουλο. Το γράμμα ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι μπροστά της.

Αγαπημένη μου Ρήνη, Ελπίζω να είσαι καλά. Ελπίζω να είστε και οι δύο καλά.  Με παρακάλια πήρα τη διεύθυνσή σου από το πατέρα σου. Του λείπεις πολύ, να ξέρεις. Δε θέλω να σε αναστατώσω. Ξέρω ότι τα συναισθήματα που έχεις για μένα είναι περισσότερο μίσος παρά αγάπη. Δε σε κατηγορώ. Σε αγάπησα στα αλήθεια Ρήνη μου, αλλά μάλλον δεν έμαθα ποτέ το σωστό τρόπο να στο δείξω. Δε ζητώ να με συγχωρήσεις. Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που μου έμαθε πως όλοι πρέπει να με αγαπούν. Δεν μου έδειξε πώς να αγαπώ. Δε δικαιολογώ τον εαυτό μου. Το ότι σε άφησα να φύγεις είναι ένα βάρος που θα κουβαλώ για πάντα. Με άλλαξες Ρήνη. Με άλλαξες με την αγάπη σου, με άλλαξες με τη δύναμη σου. Αποδείχθηκες πιο δυνατή από μένα. Πάντα ήσουν, μα εγώ δε το ‘βλεπα. Ελπίζω τουλάχιστον να είσαι ευτυχισμένη…             Η Ρήνη δε διάβασε άλλο. Όχι πάλι. Είχε μάθει σχεδόν απ’ έξω τα λόγια του Αντρέα. Ήξερε τι της ζητούσε. Οι δαίμονες τού παρελθόντος που με τόσο κόπο είχε αφήσει πίσω, τη κυνηγούσαν ξανά, πιο αποφασισμένοι. Αλλά για μία τελευταία φορά θα υπέκυπτε στις βουλές τους. Ίσως μετά να έφευγαν για πάντα.

* * * *

Η διαδρομή από το Θησείο στο Πειραιά φάνηκε ατελείωτη. Ο μονότονος ήχος του τρένου καθώς προχωρούσε στις ράγες, συγχρονίστηκε με τους χτύπους τις καρδιάς της. Γρήγορος μα σταθερός. Και όλο και πλησίαζε…

Δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει τον Αντρέα στο σταθμό. Ακόμα και αν είχαν περάσει χρόνια, είχε πάντα την ίδια κορμοστασιά που κάποτε την έκανε να ριγάει. Δεν παρατήρησε τις άσπρες τρίχες στη κορυφή του κεφαλιού του. Ούτε τις ρυτίδες που χάραζαν το πρόσωπο του.             Ξαφνικά τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και κλειδώθηκαν εκεί. Είχαν περάσει τόσα χρόνια. Ο Αντρέας τη πλησίασε και σήκωσε τα χέρια του σα να ήθελε να την αγκαλιάσει.  Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. Τα χέρια του αιωρούνταν μετέωρα και τα έβαλε αμήχανα στις τσέπες του.

«Ρήνη, εγώ δεν…»

«Δε θέλω να ακούσω τις δικαιολογίες σου Αντρέα. Ήρθα εδώ για μένα, όχι για σένα.»

Το πρόσωπο του Αντρέα κοκκίνισε. Όχι από θυμό  όπως συνήθως –πώς θα μπορούσε άλλωστε να της θυμώσει- αλλά από ντροπή.             «Δεν έχω σκοπό να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Ήθελα απλά να ζητήσω συγνώμη, Ρήνη. Για όλα. Δε παντρεύτηκα ποτέ ξέρεις. Όχι μετά από αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Το παιδί..» Η Ρήνη τον διέκοψε απότομα.

«Σε συγχωρώ Αντρέα, αν αυτό σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα.  Ας κλείσει επιτέλους  αυτός ο κύκλος. Ας βαδίσει ο καθένας μας το δρόμο που διάλεξε.»

«Εγώ διάλεξα το λάθος δρόμο Ρήνη μου και..»

«Μαμά !» . Μια παιδική φωνή διέκοψε τον Αντρέα. «Λένα μου, δε είπαμε ότι η μαμά έχει μια σοβαρή κουβέντα με το κύριο; Δεν είναι σωστό να τη διακόπτεις. Τι λέγαμε στο δρόμο;» Το κορίτσι, η Λένα, κοιτούσε προς το μέρος τους.  Ήταν, δεν ήταν δέκα χρονών. Η Ρήνη έστρεψε  για μια στιγμή το βλέμμα. «Άκου το μπαμπά σου Λένα. Έρχομαι σε λίγο.» Ξαναστράφηκε προς το τον Αντρέα, μα ήταν ήδη αργά.  Ο ίδιος δε φαινόταν πια καθόλου. Δεν τον φώναξε.  Χαμογέλασε καθησυχαστικά στην οικογένεια της και βάδισε προς το μέρος τους. Ο Αντρέας είχε χαθεί πια εντελώς μέσα στο πλήθος.. Ίσως κάποιοι περαστικοί να παρατήρησαν τον λυγερόκορμο άντρα με το υγρό πρόσωπο καθώς έφευγε από το λιμάνι. «Εγώ διάλεξα το λάθος δρόμο Ρήνη μου, μα εσύ απ’ ό, τι φαίνεται διάλεξες το σωστό».

Νεοφωτίστου Χαριτίνη Β1 Λ

 

 

untitledΗ Ρήνη και ο Ανδρέας συναντιούνται μετά από δέκα χρόνια. Η συνάντηση ήταν τυχαία, όταν ο Ανδρέας βρέθηκε στην Αθήνα για να αναζητήσει μια πιο προσοδοφόρα εργασία. Συναντήθηκαν μέσα στο τρένο που πήγαινε από τον Πειραιά στην Αθήνα, τη στιγμή που η Ρήνη επέστρεφε από τη βιομηχανία όπου εργαζόταν, και ο Ανδρέας,  ο οποίος έχοντας φτάσει στο λιμάνι από την Κέρκυρα, όδευε προς την Αθήνα, όπου θα έψαχνε για την εργασία αυτή.

Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έχουν αναλογιστεί και οι δύο τα λάθη που έγιναν στο παρελθόν. Ο Ανδρέας συνειδητοποίησε πως δεν έχει σημασία η προίκα, αλλά η αγάπη, παρόλο που κινδύνευε να αμαυρωθεί η φήμη της οικογένειάς του. Η Ρήνη κατάλαβε πως θα ήταν πολύ πιο εύκολα τα πράγματα σε περίπτωση που είχε δεχθεί να ζήσει με τον Ανδρέα μετά το πέρας των διαπληκτισμών που τους χώρισαν.              Το παιδί τους, ένα υγιέστατο αγοράκι, έχει πλέον μεγαλώσει, έχοντας συμπληρώσει το ένατο έτος της ηλικίας του. Η απώλεια, όμως, ανδρικού προτύπου στο σπίτι του (έμενε στην Αθήνα μαζί με τη Ρήνη) το διαμόρφωσε παιδί με ιδιαίτερη αδυναμία στην Μητέρα του. 

Η Ρήνη, εν τω μεταξύ, έχει διακόψει οποιασδήποτε μορφής σχέση με τους γονείς της και κατά συνέπεια με τα αδέρφια της, εξαιτίας της μεγάλης μερίδας ευθύνης που φέρουν για την καταστροφή του αγνού ερωτά της. Η σιόρα Επιστήμη φάνηκε αδιάλλακτη στους οικονομικούς της προγραμματισμούς, και δεν παραχώρησε την ζητούμενη προίκα, ενώ ο Τρίνκουλος δεν στάθηκε άξιος να παρέμβει και να διασώσει την αγάπη της κόρης του. 

Τη στιγμή που αντίκρισαν ο ένας τον άλλο πάγωσαν σαν αγάλματα. Ο Ανδρέας έσφιξε τη Ρήνη από το μπράτσο και της είπε: «Σε ψάχνω εδώ και δέκα χρόνια, κίνησα γη και ουρανό, και τώρα, πάνω που είχα εγκαταλείψει τις προσπάθειές μου, σε βρίσκω μπροστά μου κατά τύχη! Πώς είσαι, τί απέγινε το παιδί, και τί φύλο είναι»;

Η Ρήνη, αφού προσπάθησε εις μάτην να τραπεί σε φυγή αποκρίθηκε: «Εσύ φταις για όλα Ανδρέα, εσύ φταις. Θέλησες με τις οικονομίες της οικογένειάς μου να ξεχρεώσεις περιουσία την οποία καταδίκασες εσύ με τη δική σου οικογένεια. Έβαλες τα τάλαρα πάνω απ´ την αγάπη μας, και με ψάχνεις; Το παιδί θα το μεγαλώσω μονάχη μου, και να μην σε ενδιαφέρει καθόλου! Όσο τα χεράκια μου κρατάνε και μου επιτρέπουν να εργάζομαι!» Μετά από το διάλογο αυτό, το τρένο έφτασε στο σταθμό. Η Ρήνη πέταξε από πάνω της το χέρι του πατέρα του παιδιού της και έσπευσε να βγει έξω από το βαγόνι. Ο Ανδρέας την ακολούθησε φωνάζοντας «Ρήνη! Ρήνη! Έλα να συζητήσουμε και να επανορθώσουμε για τα λάθη του παρελθόντος!» Μα εκείνη αδιαφόρησε και χάθηκε μέσα στο πλήθος. 

 

Καλογερόπουλος Σπυρίδων Β1 Λ
 

Advertisements
This entry was published on Μαΐου 6, 2014 at 8:17 ΜΜ and is filed under Αρχική Σελίδα. Bookmark the permalink. Follow any comments here with the RSS feed for this post.
Αρέσει σε %d bloggers: