Τα μαθηματικά της ποίησης

της μαθήτριας  Άννας Βλαχάκη, Α΄1 Λ

indexαααααΗ ποίηση, μία ευρέως διαδεδομένη μορφή τέχνης, συνηθίζει να θίγει θέματα ριζικά διαφορετικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, ένα ποίημα μπορεί να εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, αλλά δεν αποκλείεται ένα άλλο να σχετίζεται με το καλοκαίρι ή τον πόλεμο.
Παράλληλα, η επιστήμη των μαθηματικών εξελίσσεται ραγδαία και αποτελεί μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου, από την απλή πρόσθεση που κάνουμε όταν αγοράζουμε καραμέλες από το περίπτερο μέχρι τις δευτεροβάθμιες εξισώσεις που επιλύουμε στο σχολείο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, τα μαθηματικά αγγίζουν μία άλλη διάσταση, ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο και μετατρέπονται σε πνευματικές λειτουργίες .
Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός πως τα μαθηματικά σχετίζονται άμεσα με τη φιλοσοφία. Υπάρχει, όμως, κάποια σχέση μεταξύ των μαθηματικών και της ποίησης, ή εξακολουθεί να υφίσταται ένα γιγαντιαίο χάσμα ανάμεσα τους, όπως πιστεύουν πολλοί;
Έστω πώς υπάρχει μια συγγένεια! (μαθηματικό αστείο)
Με αυτό το άρθρο επιδιώκεται να αποδειχθεί η προαναφερθείσα σχέση.
Αρχικά, ας επικαλεστούμε το θαυμαστικό δοκίμιο του Οδυσσέα Ελύτη, «H μέθοδος του άρα». Με μία στάλα μελαγχολίας, ο Ελύτης μας αναφέρει για τις ημέρες που εκείνος διδασκόταν μαθηματικά. Όταν αδυνατούσε να τα «καταλάβει», συμβουλευόταν να μηδενίσει την απόσταση που τον χωρίζει από την κατανόηση αυτών. Στο ίδιο δοκίμιο, «παίζει» με την ιδέα του «άρα» στον κόσμο της τέχνης, παρά εκείνον των μαθηματικών, και αναρωτιέται ποια είναι η έννοιά του. Σε αυτήν την περίπτωση, η σημασία της λέξης διευρύνεται: πέρα από την κατάληξη σε ένα συμπέρασμα, αφορά και στην ευαισθησία, την ελευθερία, την κατανόηση της ζωής.
Αυτές του τις απόψεις τις συλλέγουμε από το συγκεκριμένο δοκίμιο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί διάχυτα χάρη σε αυτήν του την ικανότητα να συνταιριάζει λέξεις με έναν προσωπικά ιδιόρρυθμο τρόπο. Ο ίδιος αυτός ποιητής έχει χαρακτηρίσει τη ζωή ως «Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανένα προορισμό».
Στη συνέχεια, παρατηρούμε μια ιδιαίτερη κλίση προς τη μαθηματική ορολογία στα ποιήματα του Έκτωρ Κακναβάτου, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη καθώς σπούδασε και εργάστηκε ως μαθηματικός. Στα έργα του, περιγράφει τη γλυκιά ευφορία μέσα στην οποία πλέει το μυαλό ενός μαθηματικού όταν ο νους του συλλαμβάνει απαντήσεις σε μαθηματικά ερωτήματα που παύουν, πια, να τον τυραννούν.
Έπειτα, ο Γεώργιος Βαφόπουλος, εμφανίζει μια μαθηματικά κομψή λύση του Οιδιπόδειου αινίγματος.
Εξάλλου, όπως είπε και ο αρχιτέκτων Ιωάννης Ξενάκης, «Tα μαθηματικά κινούνται στη χώρα της φαντασίας». Το ίδιο δεν αληθεύει και για την ποίηση;
«Άρα», εξάγεται αβίαστα, ή, ακόμη, με ευχαρίστηση, το συμπέρασμα πως η ποίηση και η «τέχνη» των μαθηματικών, εναρμονίζονται και είναι παντοτινοί συνοδοιπόροι. Μαθηματικά και ποίηση βοηθούν να κατανοήσουμε τον κόσμο και, πάνω απ’ όλα, να τον δούμε με «άλλο μάτι». Να, λοιπόν, πώς δημιουργήσαμε ένα σύνολο με τα κοινά μεταξύ λογικής και ευαισθησίας, πραγματικού και φανταστικού, μαθηματικών και ποίησης.

Advertisements
This entry was published on Ιανουαρίου 24, 2016 at 3:59 ΜΜ and is filed under Αρχική Σελίδα. Bookmark the permalink. Follow any comments here with the RSS feed for this post.
Αρέσει σε %d bloggers: